Το στήριγμα…

Το στήριγμα….

Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένα ξύλινο στήριγμα. Το στήριγμα ήταν χαρούμενο και ευτυχισμένο διότι εδώ και αρκετά χρόνια στήριζε το κλαδί ενός όμορφου δέντρου και απολάμβανε τη διαδικασία αυτή όσο τίποτα άλλο.

Όλη του η ύπαρξη γύριζε γύρω από αυτό το δέντρο και αυτό ήταν ότι ακριβώς ήθελε το στήριγμα από τη ζωή του. Στέκονταν μαζί εδώ και λίγα χρόνια σε στο σημείο που το δάσος συναντούσε αυτή τη μαγευτική παραλία και ατένιζαν παρέα το πέλαγος και τον υπέροχο ήλιο καθώς αυτός αναδύοταν και καταδύοταν καθημερινά στα γαλάζια νερά.

Το νεαρό δέντρο μεγάλωνε και γινόταν όμορφο και δυνατό. Σε λίγο καιρό θα μπορούσε να στηρίξει μόνο του όλα τα του κλάδιά αλλά και τον κορμό του και αυτό δημιουργούσε ανάμεικτα συναισθήματα στο στήριγμα, καθώς από τη μία απολάμβανε το πως μεγάλωνε το δέντρο, αλλά από την άλλη , βαθιά μέσα του ήξερε ότι θα ερχόταν εκείνη η ημέρα που το δέντρο δεν θα το χρειαζόταν… αλλά τη σκέψη αυτή την απωθούσε, όσο πιο βαθιά μπορούσε….

«Δεν θα έρθει ποτέ…!» σκέφτηκε το στήριγμα αλλά η σκέψη αυτή τρύπωσε ανάμεσα στα δόντια του και βρίσκοντας το δρόμο της ανάμεσα στα χείλη του, διέφυγε….

«Τιιι είναι αυτό που δεν θα έρθει ποτέ», το ρώτησε το δέντρο με την νεανική του περιέργεια!

«Τιι… τίποτα δεν θα έρθει! Κάτι δικά μου σκέφτομαι! Να ξάπλωσε εδώ το κλαδί σου επάνω μου να ξεκουραστεί!», είπε με την έκπληξη εμφανή στη φωνή του, τραβώντας ταυτόχρονα το νεαρό κλαδί το οποίο είχε ήδη αρχίσει δειλά δειλά να απομακρύνεται από το στήριγμα και μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζει τα στοιχεία της φύσης από μόνο του με αυτοπεποίθηση.

Το δέντρο αισθάνθηκε να περιορίζεται, αλλά αγαπούσε τόσο πολύ το στήριγμά του που   μέχρι τώρα δεν του είχε μιλήσει. Σήμερα όμως αποφάσισε να το κάνει…

«Στήριγμα μου…ε άφησε το κλαδί μου σε παρακαλώ για λίγο…μπορεί να σταθεί και μόνο του πλέον! Σκεφτόμουν εδώ και καιρό ότι κάνουμε πολύ καλή παρέα, να προσπαθούσες και εσύ, να ριζώσεις εδώ δίπλα μου και μείνουμε για πάντα μαζί!» , είπε το δέντρο γλυκά και με ενδιαφέρον.

» Δεν μπορώ να το κάνω… από τότε πού… ξέρεις τότε…»,  ψέλλισε το στήριγμα.

Από τότε που ήταν και αυτό κλαδί ενός δέντρου , το προετοίμαζαν για στήριγμα γιατί ήταν άσχημο και στραβό και όταν ήταν στην κατάλληλη ηλικία, το έκοψαν και το διαμόρφωσαν για να στηρίζει άλλα δέντρα. Αυτό ήταν! Από τότε αποφάσισε ότι δεν αξίζει να είναι ευτυχισμένο και ότι αυτό δεν θα άλλαζε ποτέ! …άλλωστε τι ήταν ένα απλό, άσχημο και στραβό ξύλο, ικανό μόνο για να γίνει στήριγμα.

Όσο το δέντρο μεγάλωνε, μιλούσε με το ξύλινο στήριγμα και το συμβούλευε να ριζώσει εδώ δίπλα και να μεγαλώσουν παρέα , αλλά εκείνο μελαγχολικά υποστήριζε ότι δεν μπορεί να το κάνει αυτό διότι η ζωή του ως ζωντανό ξύλο τελείωσε τότε που το επεργάστηκαν δίχως τη θέληση του και το έκαναν στήριγμα….

Το δέντρο επέμενε ότι όταν πραγματικά θέλεις κάτι , μπορείς και ότι όλοι έχουμε μέσα μας ότι δυνάμεις χρειαζόμαστε για να αναπτυχθούμε, αλλά το στήριγμα επέμενε για αυτό όλα είχαν τελειώσει και ότι ήταν χαρούμενο ως στήριγμα!

Οι ημέρες μεγάλωναν και το καλοκαίρι πλησίαζε και μαζί με αυτές μεγάλωνε και η απόσταση του δέντρου από το στήριγμα, το οποίο πλέον είχε μείνει μόνο του. Λυπημένο που δεν ηταν πλέον χρήσιμο, ευχήθηκε να μπορούσε να πήγαινε σε κάποιο άλλο δέντρο

Η ευχή του εισακούστηκε και λίγες ημέρες μετά, ένας απο τους περαστικούς το πήρε και στήριξε το κλαδί από ένα γέρικο αρμυρίκι για να μη σπάσει με τον αέρα. Το στήριγμα ήταν και πάλι ευτυχισμένο και μάλιστα περισσότερο! Διότι τώρα που το δέντρο του ήταν γέρικο, θα του ήταν χρήσιμο όλο και περισσότερο. Όσο το κλαδί θα βάραινε, τόσο πιο πολύ ανάγκη θα είχε για στήριξη! Αισθάνθηκε δυνατό και σε θέση ισχύος, τόσο όσο δεν είχε αισθανθεί ποτέ!

 

Τα χρόνια περνούσαν και ένα πρωί το δυνατό μελτέμι, με μία ριπή έσπασε το δέντρο και το πέταξε κάτω. Ο κορμός τους μετά από πολλές δεκαετίες δεν άντεξε και….

Το στήριγμα  δεν το περίμενε! Σοκαρίστηκε! Τώρα? Τί του επιφύλλασε το μέλλον? Θα έμενε μόνο και έρημο? Πως θα κατάφερνε, αφού από μικρό, οι άλλοι είχαν αποφασίσει για αυτο ότι κάνει μόνο για στήριγμα και αυτό τους πίστεψε!

Ήταν πλέον ολομόναχο…! Ξέσπασε σε γοερά δάκρυα και ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που το έκοψαν από το δέντρο του που έκλαιγε με αυτόν τον τρόπο! Το κλάμα ήταν τόσο λυτρωτικό! Τα δάκρυα έπεφταν επάνω στην ξερικιά του επιδερμίδα και πότιζαν τους διψασμένους του ιστούς και μέσω των δακρύων ήταν σα να μιλούσε η ψυχή του!

Αποκαμωμένο έκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε!

«Μαμα μαμαααααα, κοίτα ένα μικρό δεντράκι εκεί! Κοίτα πόσο όμορφο σχήμα έχει και τι ωραία φυλλαράκια!», η γλυκιά παιδική φωνή ξύπνησε το στήριγμα από τον λήθαργο του και ανοίγοντας τα μάτια του αντίκρυσε μία παιδική φατσούλα να το κοιτά…. σάστισε….

«Μαμα μαμά κοίτα τι όμορφο που είναι!»

«Ναι αγάπη μου, είναι πολύ όμορφο και πολύ χρήσιμο για την παραλία μας γιατί έχει λίγα δέντρα και σε λίγα χρόνια που θα μεγαλώσετε και εσύ και αυτό θα κάθεσαι κάτω από τη σκιά του. Γιαυτό να το προσέχεις!» , είπε στοργικά η μητέρα και το φύλησε στο επάνω μέρος του κεφαλιού του…

Το στήριγμα γύρισε και κοίταξε το σώμα του και δεν πίστευε στα μάτια του…. ήταν γεμάτο όμορφα φύλλα και μερικά τρυφερά κλαδάκια είχαν ήδη αρχίσει να βλασταίνουν….

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑