Το Παιδί & το Βουνό

Μία φορά και ένα καιρό ήταν ένα Παιδί σε μία πόλη η οποία ήταν περιτριγυρισμένη από τέσσερα ψηλά βουνά που την προστάτευαν από κάθε κακό. Στο βάθος ένα πέμπτο βουνό, το ψηλότερο όλων δέσποζε αγέρωχο, ξεχωρίζοντας από τα άλλα, όχι μόνο λόγω του ασύλληπτου μεγέθους του και των απόκρημνων πλαγιών του, αλλά και για την μοναδική ομορφιά του.

Όσοι τα είχαν καταφέρει, διηγούνταν ότι όσο κανείς πλησίαζε προς την κορυφή, τόσο πιο όμορφο γινόταν.Κοιτάζοντας το βουνό από την πόλη, καθώς ο Ήλιος έδυε πίσω του καθημερινά από την αρχή του Χρόνου, η όψη του ήταν τόσο επιβλητική που γύρω από αυτό, είχαν αναπτυχθεί αμέτρητες ιστορίες & μύθοι.

Κάποιοι από αυτούς, λένε ότι αν το κοιτάξεις από διαφορετικές πλευρές, ακούσεις τους ήχους του από διαφορετικές γωνίες και νιώσεις τα συναισθήματα που σου προκαλούνται, αφήνοντας τα να σε πλημμυρίσουν δίχως αντίσταση, το βουνό αλλάζει όψη και σε καλωσορίζει.

Οι πλαγιές του, γίνονται πολύχρωμες & τα αμέτρητα λουλούδια τους αναβλύζουν μεθυστικά αρώματα, ενώ οι γεύσεις από τους καρπούς των δέντρων και των θάμνων είναι ικανές να κρατήσουν, όποιον τις γευθεί, εκεί για πάντα. Τα μονοπάτια που οδηγούν στη κορυφή του, ενώ πριν ήταν κρυμμένα, τώρα γίνονται ορατά, σαν να φωτίζονται από ένα όμορφο γλυκό φως και για τον κάθε ταξιδευτή, είναι διαφορετικά.

Η πόλη αυτή ήταν αυτόνομη & αυτάρκης έχοντας μέσα της, όλα όσα χρειάζονταν για να ευημερεί. Είχε αστείρευτες πηγές με πεντακάθαρο και γάργαρο νερό, είχε απέραντες εύφορες πεδιάδες που προμήθευαν τους κατοίκους με ότι τρόφιμο χωρούσε ο ανθρώπινος νους ενώ τα πυκνά δάση που την περιβάλλαν ήταν γεμάτα ζωή και οι τεράστιες λίμνες γεμάτες ψάρια.

Οι κάτοικοι της πόλης αυτής ζούσαν μονιασμένοι και φρόντιζαν, ο καθένας από το πόστο του να βάζει το λιθαράκι του για την ευημερία της πόλης, του εαυτού του αλλά και των συμπολιτών του.

 Όλοι μαζί είχαν ένα κοινό σκοπό για τον οποίον εργάζονταν πυρετωδώς μέρα-νύχτα, σαν τα μυρμήγκια, ο οποίος δεν ήταν άλλος από την κατάκτηση της κορυφής του επιβλητικού αυτού βουνού που κανείς άνθρωπος δεν είχε το καταφέρει και όσοι προσπάθησαν, δεν επέστρεψαν ποτε.

 «…ο μύθος λέει ότι στην κορυφή υπάρχουν όλα τα πλούτη του κόσμου, αλλά κανείς θνητός δεν μπορεί να κατοικήσει εκεί. Φτάνοντας κάποιος στην κορυφή, συναντά το Θείο και γίνεται ένα με αυτό, μένοντας για πάντα εκεί, λησμονώντας την πόλη…»

Αυτά ήταν τα λόγια του σοφού γέροντα στο πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο γύρω του και τα πρόσωπά τους μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου άλλαξαν, περνώντας από την έκπληξη, στο φόβο. Αυτός ο φόβος έμοιαζε να είναι  κινητήριος δύναμη για την εκπλήρωση του κοινού σκοπού, αλλά ταυτόχρονα και εμπόδιο για τον κάθε πολίτη στην ατομική κατάκτηση της κορυφής.

Αν μπορούσε κανείς να αφουγκραστεί τη συλλογική σκέψη του πλήθους, αυτή ίσως να ήταν:

«…καλά είμαστε εδώ, που να ξεβολευόμαστε τώρα. Έχουμε ότι χρειαζόμαστε, δεν είναι καιρός για αλλαγές! Καλή η αλλαγή, αλλά χρειάζεται να αλλάξουμε εμείς… » 

Μία φρέσκια και ζωηρή Παιδική φωνούλα ακούστηκε μέσα από το συγκεντρωμένο πλήθος : «…εγώ θα τα καταφέρω, θα φτάσω στην κορυφή και θα γυρίσω να μοιραστώ τα πλούτη μαζί σας!», ήταν το Παιδί.

Το συγκεντρωμένο πλήθος, σοκαρίστηκε…βουβάθηκε! Ποιος ήταν αυτός που μιλούσε με έναν τέτοιο προκλητικό τρόπο! Ποιος ήταν αυτός που πίστευε ότι η συλλογική εκπλήρωση του σκοπού όλης της πόλης, περνά μέσα από την εκπλήρωση του ατομικά!  Αυτά τα πράγματα ήταν πρωτόγνωρα! Αυτό ήταν αντίθετο με τη σοφιά των παλιών!

«… αυτά συμβαίνουν μόνο στους μύθους!»,  είπε ένας,

«…έλα μωρέ, ένα παιδί είναι, μεγαλώνοντας θα δει…» είπε ένας άλλος,

«…δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο σε τέτοιες βλακείες, έχουμε πολύ δουλειά!» , είπε ο τρίτος.

«…μου θυμίζει εκείνον τότε…που…» είπε ένας Ηλικιωμένος με εμφανή πόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του και το πλήθος τον αγριοκοίταξε και σώπασε, συμφωνόντας με τους υπόλοιπους.

Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, το Παιδί, αισθανόταν ότι η αποστολή του ως άνθρωπος ήταν, να αμφισβητεί & να ερευνά τα πάντα, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, αλλά αυτό δεν το πτοούσε. Τώρα η εσωτερική του φωνή , «ο Εξερευνητής» όπως την είχε ονομάσει, του έλεγε επίμονα, να εξερευνήσει αυτό που υπήρχε πέρα από εκείνο το επιβλητικό βουνό.

Αν και οι παλιότεροι, που είχαν ακούσει από τους πιο παλιούς, που είχαν διαβάσει από τους αρχαίους,  έλεγαν ότι πέρα από τα βουνά υπήρχε το τέλος του κόσμου, αυτό δεν το πίστευε. Ήταν και εκείνο το επαναλαμβανόμενο όνειρο που είχε από παλιότερα και το συντρόφευε πολλές νύκτες, στο οποίο έβλεπε τη γνώριμη με κάποιο τρόπο φιγούρα ενός  Άντρα που ακτινοβολούσε να του λέει:

«…έλα σε περιμένω στη Γη, πέρα από το Βουνό, εδώ βρίσκεται η καρδιά σου, εδώ είναι η θέση σου…»

Στη συνέχεια το Παιδί, ξεκινούσε το ταξίδι του, έφτανε επάνω στην κορυφή του βουνού όπου εκει, έβρισκε μία τεράστια χαράδρα, δίχως εμφανές τέλος. Με τα λόγια Άντρα αυτού &  τεράστια πίστη στον εαυτό του, πηδούσε στο κενό δίχως ίχνος φόβου! Πέφτοντας, έβγαζε φτερά και με αυτά ήταν ελεύθερο να πετάξει όπου αυτό ήθελε.

Πετώντας, περιπλανώμενο, για αρκετές ημέρες , τελικά πατούσε το πόδι του στη Γη, μία Γη διαφορετική από αυτή που είχε συνηθίσει στην πόλη, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο γνώριμη και  φιλόξενη.

Μπροστά στα πόδια του, υπήρχε απέραντο γαλαζοπράσινο δροσερό νερό και λίγο πιο μέσα ήταν ένα πανέμορφο ιστιοφόρο. Δίπλα του επάνω στην άμμο υπήρχε μία ξύλινη βάρκα με κουπιά.

Το Παιδί ακούμπησε επάνω της, σαστισμένο και μαγεμένο από τη θέα του ιστιοφόρου και τα μάτια του έλαμψαν!  Το ελαφρύ κύμα, του δρόσισε τα πόδια προσκαλώντας τον να προχωρήσει και τις προσκλήσεις τις λάτρευε, διότι επέλεγε να βλέπει τις προκλήσεις που αυτές έκρυβαν μέσα τους….

Ένιωσε δίπλα του μία λαμπερή παρουσία και αισθάνθηκε μία απέραντη αγαλλίαση …ήταν ο Άντρας από το όνειρο!

«…σου αρέσει το ιστιοφόρο?  Με αυτό μπορείς να ταξιδέψεις όπου θέλεις σε αυτόν & άλλους κόσμους.  Οπως ήδη βίωσες, το Βουνό ήταν μόνο ένας προορισμός από τις πολλούς στο ταξίδι για την «Πόλη…», είπε ο Άντρας,

«…είναι πολύ όμορφο έτσι όπως είναι αγκυροβολημένο, σε αυτόν το γαλήνιο και προστατευμένο λιμάνι…» , αποκρίθηκε γαλήνια το Παιδί,

«…ναι είναι… αλλά το καράβι δεν φτιάχτηκε γι’ αυτό…φτιάχτηκε για να ταξιδεύει σε ήρεμες & άγριες θάλασσες, ακολουθώντας τα αστέρια του ουρανού, όχι τα φώτα των άλλων πλοίων…» ,

 

είπε ο Άντρας με την χαρακτηριστική του ηρεμία, μία ηρεμία που πλέον είχε αρχίσει να καθρεφτίζεται και στο Παιδί. Αν κάποιος μπορούσε να τους παρατηρήσει απο ψηλά, θα πρόσεχε σίγουρα ότι οι κινήσεις και η στάση του σώματος τους ήταν πλέον εναρμονισμένες, οι εκφράσεις του ενός ήταν συνέχεια του άλλου, η αναπνοή τους είχε το ίδιο βάθος και ρυθμό και τους ένωνε σαν μία αόρατη κλωστή, σαν ένας δεσμος ζωής απο παλιά, που είχε ωριμάσει με το πέρασμα του Χρόνου….

«…μα οι άγριες θάλασσες δεν είναι επικίνδυνες? Οι θρύλοι μας, μιλούν συχνά για αυτές…», αναρωτήθηκε το Παιδί,

«…κανένας καπετάνιος δεν απέκτησε εμπειρία, ταξιδεύοντας σε ήρεμες θάλασσες… να θυμάσαι πάντοτε ότι στη φουρτούνα δεν μπορείς να κουμαντάρεις ούτε τη θάλασσα, ούτε τον άνεμο….μόνο το καράβι… γι’ αυτό κράτα το πηδάλιο γερά & οδήγησε το στην κατεύθυνση που εσύ μόνο γνωρίζεις…»,

είπε ο Άντρας, ταξιδεύοντας για μια στιγμή με το μυαλό του νοσταλγικά πίσω στον χρόνο , όπου κάποιος, κάπου, κάποτε του είχε πεί ακριβώς τα ίδια λόγια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και τον είχε ωθήσει να αλλάξει τη ζωή. Τώρα αισθανόταν ότι ήταν η ώρα να επιστρέψει κάτι από την αξία αυτή, με τον ίδιο τρόπο!

«…σε ευχαριστώ για τις συμβουλές… αλλά εγώ θα επιλέξω ….το υδροπλάνο!» , είπε το Παιδί με μία σιγουριά στο λόγο του που θα ταίριαζε σε έναν ώριμο συναισθηματικά ενήλικο άνθρωπο!

«…μα ποιο υδροπλάνο… αφού δεν υπάρχει υδροπλάνο?» , ρώτησε ο Άντρας, με μία φωνή και μία αστραπιαία έκφραση στο πρόσωπό του, η όποια δήλωνε ότι περίμενε μία τέτοια απάντηση.

«…ναι δεν υπάρχει, … θα το φτιάξω μόνος μου και με αυτό θα ταξιδέψω τον κόσμο με τον τρόπο που θέλω εγώ! Το ιστιοφόρο είναι δημιούργημα άλλου, αυτός και μόνο γνωρίζει τον σκοπό του…», είπε το Παιδί και συνέχισε,

«… Σε ευχαριστώ για όλα όσα μου είπες… αλλά σε έχω δει στα όνειρά μου αμέτρητες φορές… ποιος είσαι? …από που έρχεσαι?» , ρώτησε το Παιδί με ευγνωμοσύνη & ενδιαφέρον.

Τα μάτια του άντρα βούρκωσαν ελαφρώς.  Μετά απο πολλά χρόνια περιπλάνησης σε ένα ταξίδι με αμέτρητους προορισμούς, συναισθήματα, εμπειρίες, γνωριμίες & ανακαλύψεις & παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε την ευκαιρία να τα μοιραστεί με κάποιον, όπως τα μοιράστηκε  “Αυτός” τότε με τον ίδιο, αλλάζοντας μία ζωή, αν εκείνη  φυσικά το επιθυμούσε!

Για λίγες στιγμές αιωρήθηκε νοερά, πίσω στο χρόνο σε μία απο τις πρώτες στιγμές που θυμόταν τον εαυτό του , στράφηκε προς το Παιδί & είπε:

«…κάποτε ήμουν ένα Παιδί σε μία πόλη, η οποία ήταν περιτριγυρισμένη από τέσσερα ψηλά βουνά & είχα ένα όνειρο…»

 

Παναγιώτης

 

Η πρωτότυπη δημοσίευση του άρθρου είναι στο www.faepaidimou.gr

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑