Το άγουρο πεπόνι και ο κορονοϊος…

της Μαρίας Μαλτέζου

Προχωράς στο δρόμο και βλέπεις μία χαριτωμένη δεσποινίς να κάνει τζόκινγκ φορώντας μάσκα και σκέφτεσαι αν τελικά ο κορονοϊός είναι αεροπλάνο και μετά θυμάσαι την κόρη σου το ίδιο πρωί να αναρωτιέται αν ο μπάτμαν μας κόλλησε ‘κονορονιό’ και χαμογελάς.

Και είσαι σπίτι ήρεμος στο σαλόνι σου μέχρι να σκεφτείς ότι πριν λίγο άκουσες την από πάνω να βήχει και τη στιγμή που νιώθεις να σου φυτρώνει τρίτο μάτι στο κούτελο σκέφτεσαι έλα μωρε αηδίες ποιες είναι οι πιθανότητες.

Και είσαι έξω από το ασανσέρ στο σούπερ μάρκετ και μετράς διακριτικά πόσοι περιμένετε, όπου με πρόχειρους υπολογισμούς που κάνεις από τα πενιχρά μαθηματικά του δημοτικού που θυμάσαι (αχ πατέρα τελικά δίκιο είχες ότι παντού χρειάζονται τα μαθηματικά) αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να πάρεις τις σκάλες. Και εκεί στον τρίτο όροφο του σκλαβενίτη με τα χέρια γεμάτα πράγματα που φτάνουν στο ύψος των ματιών προσπαθείς να κατέβεις τις σκάλες κάνοντας τάκλιν με το αλάτι που πέφτει ενώ στο στόμα κρατάς τις χρωμαπαγίδες. Φτάνεις τελικά στο ταμείο καταϊδρωμένος.

Και στο σπίτι κάνεις αγώνα να εξηγήσεις στα παιδιά τους κανόνες υγιεινής την ίδια στιγμή που η Ειρηνούλα πιάνει και με τα δύο χέρια των πάτο των παπουτσιών της φωνάζοντας  ‘έλα μαμά να δεις μου κόλλησε μια περτούλα’.

Και εσύ σκέφτεσαι τα εσώκλειστα σχολεία στην ελβετία, αναρωτιέσαι αν άραγε εκεί φοράνε παπούτσια και μετά συνέρχεσαι γρήγορα και λες παιδί μου είναι θα το αγαπάω και με κορονοϊό.

Και μετά αναπολείς τους όρκους αγάπης που έδωσες στο γάμο σου, θυμάσαι να λες μαζί στα καλά και στα άσχημα, μαζί στην υγεία και στον θάνατο αλλά δεν θυμάσαι πουθενά να λέει 24 ώρες το 24ωρο μαζί. Και σκέφτεσαι ότι πρέπει να κάνουν αναπροσαρμογή των όρκων στις εκκλησίες να ξέρουν οι άνθρωποι τι τους περιμένει και μετά σκέφτεσαι ότι κορονοϊός είναι θα περάσει, πως κάνεις έτσι.

Και μετά φτάνεις στο γραφείο και συνειδητοποιείς ότι όπου και αν έχεις πάει όλοι έχουν κάτι υπέροχα αντισηπτικά που δροσίζουν τα χέρια και μοσχομυρίζουν  ενώ το δικό σου κολλάει στα δάχτυλα σαν χλαπάτσα και δεν φεύγει με τίποτα.

Και μετά σκέφτεσαι πώς γίνεται να διαλέγεις πάντα το άγουρο πεπόνι και συνειδητοποιείς ότι δεν μπορεί να φταίει ο κορονοϊός και για το πεπόνι και ηρεμείς, άλλωστε το πεπόνι φταίει δεν φταις εσύ, δεν μπορεί να φταις εσύ για όλα.

Και τη στιγμή που αποφασίζεις να διαλέξεις το σωστό πεπόνι φτάνει ξανά το ασανσέρ και μπαίνεις πρώτη μέσα και ενώ κλείνει η πόρτα σκέφτεσαι τι καλά που θα ήταν να μην πάρεις χρωμοπαγίδα αυτή τη φορά και να αφήσεις τα ρούχα να πάρουν ότι χρώμα θέλουν.

Προχωράς στο δρόμο και σκέφτεσαι ότι μόνο μπροστά έχεις να πας και προχωράς και χαμογελάς.

 

 

 

 

 

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑