Πέλαγα και Πεσκάδες: Ένα Κείμενο Ποτισμένο με Αλμύρα!

Τον κο Δημήτρη τον γνωρίζω πολλά χρόνια. Συνεργάτης & φίλος του πατέρα μου για πάνω από 3 δεκαετίες. Πρίν από λίγα χρόνια όμως γνώρισα όμως μία άλλη , άγνωστη μέχρι τότε σε εμένα πλευρά του, αυτή του συγγραφέα. 

Διαβάζοντας το βιβλίο του «Πέλαγα και Πεσκάδες»  ήταν ίσως η πρώτη φορά που είπα σοβαρά στον εαυτό μου : «Θέλω να εκδόσω και εγώ το δικό μου βιβλίο!»  Ήταν μία από εκείνες τις στιγμές αποκάλυψης που κάτι αλλάζει μέσα μας και την αλλαγή αυτή με κάποιον τρόπο την εμπιστευόμαστε, ότι είναι έχει έρθει για να μείνει!

Ο λόγος του κου Δημήτρη έχει ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό: έχει γεύση,  έχει μυρωδιές, έχει υφές…. και όπου αισθητηριακά εμπλέκονται η γεύση, η όσφρηση και η αφή, οι εμπειρίες είναι έντονες, εντονότερες από τις άλλες αισθήσεις!

Παρακάτω έχω επιλέξει μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο τα οποία είναι ποτισμένα με αλμύρα & θαλασσινά αρώματα, μπλεγμένα με εναλλαγές της τραχύτητας και φινέτσας της θαλασσινής γλώσσας ακριβώς όπως εναλλάσονται η μπουνάτσα με την τρικυμία! 

Απολαύστε ένα αυθεντικό κείμενο βγαλμένο από τη ζωή!

Sensory-Explorer

 

Πέλαγα και Πεσκάδες: Καπταν-Κυριαζής

Σπανιόλικα γιατί αυτή είναι η γλώσσα των καπετανέων στον Ατλαντικό. Έπρεπε να μάθει, που να καλάρει*(να ψαρέψει) τον Δεκέμβρη, και που τον Μάρτη. Κάθε μήνα σ’ άλλο πλάτος. Έπρεπε να τα μάθει όλα. Είχε ένα τετράδιο, και έγραφε, έγραφε. Σε πέντε-έξη χρόνια, ίσως να ανέβαινε στη γέφυρα “Δεύτερος”. Είχε το όνειρό του, κάποια μέρα, θα είχε δικό του βαπόρι. Το είχε βάλει σκοπό. Θα το ‘χε βαμμένο μαύρο, με κόκκινα ζωνάρια, στην ίσαλο και στο κρουζέτο, με πράσινη μουράβια* (υφαλόχρωμα), πάνω απ’ το νερό. Είχε βρει και το όνομα, θα το ‘λεγε “Gringo”. Θα ζωγράφιζε στη μάσκα του, τα δόντια του καρχαρία. Θα ‘κανε πλήρωμα απ΄τα Βάτικα, το χωριό του. Θα έβγαινε στα λιμάνια, και θα έτριζε η γη. Θα ήταν ο Θεός και μετά αυτός. Η φωνή του Καπτάν Κυριαζή του έκοψε τα όνειρα. Ακούστηκε σαν βροντή.

-Το τιμόνι σου αργά πάνω στον Γραίγο.

Να μας βρει ο καιρός τραβέρσο*.(πάνω στον καιρό).

Τα μάτια σου στα καπόνια.

Πρόσεχε την τράτα σου πίσω, μη μας κουμπαρντίσουν* (τουμπάρουν) οι πόρτες.

Το τιμόνι σου, αργά.

Μη κοιτάς τους γλάρους.

Σε λίγο θα βαθύνουμε.

Θα πέσουμε διακόσιες οργιές.

Μόλα τρία σημάδια* (150 οργιές σύρματα).

Τα μάτια σου στο σκαντάγιο’* (βυθόμετρο) και στα εργαλεία.

-Ναι καπετάνιε, θα κάνω μόλα τρία σημάδια.

 

Ο Νάσος έτρεμε. Κρατούσε το τιμόνι, και πίσω του τραβούσε “εργαλεία” στον πάτο της θάλασσας, που κάνανε εκατομμύρια. Τα μάτια του καίγανε, έβλεπαν το βαθύμετρο, το στροφόμετρο, τις προπελιές πίσω του, και το μπουρίνι που ερχόταν. Άστραψε πάλι απ΄τον Γραίγο.

Τα χέρια του ίδρωναν πάνω στις καβίλιες του τιμονιού. Έδωσε λίγες στροφές στη μηχανή, να μη γιαλαμώσει*(σκάψει) η τράτα στη στροφή. Ο Καπταν-Κυριαζής το είδε με την άκρη του ματιού του, χαμογέλασε κρυφά, και είπε μέσα του. -Μαθαίνει γρήγορα το τσογλάνι, θα γίνει καπετανάκι. Δεν του είπε τίποτα, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Τον άφησε στη γέφυρα μόνο του.

Το πρωτόμπαρκο μουτσάκι έμεινε μόνο του, και πέρασαν απ’ το μυαλό του τα λόγια που του ‘λεγε χθες. -Δεν είμαστε κάργκο ή ποστάλι (φορτηγό η επιβατηγό) να ‘χουμε φορτία και αρμενισιές. Ψαράδικο είμαστε. Για να σε λογαριάζουν και να σε σέβονται τα πληρώματα και τα λιμάνια, πρέπει να βγάζεις ψάρια. Τα ψάρια σε κάνουν καπετάνιο, όχι οι αρμενισιές. Αυτά σκεπτόταν το μουτσάκι, αλλά το μπουρίνι είχε έρθει. Ξαφνικά μια άπνοια, μια μπουνάτσα, μια θάλασσα να γράψεις. Φάνηκε ότι κάτι θα συμβεί… Πρώτα φύσηξε μια σπηλιάδα*(ριπή αέρα). Μετά ρίγησε όλη η θάλασσα κι άλλαξε χρώμα, έγινε μαύρη. Ύστερα έκανε μια βροντή, και άστραψε όλο το πέλαγος. Μύρισε κάπνα το σύννεφο. Δυο δελφίνια που παίζαν πίσω στα νερά της προπέλας, χάθηκαν, βούτηξαν στον πάτο.

Ήρθε αέρας…αέρας θυμωμένος, καυτός απ την έρημο που είχε την μυρουδιά της άμμου. Πέρασε σφυρίζοντας μέσα απ τα άλμπουρα και τα στράλια. Το πλήρωμα αμπαρώθηκε στο κομοδέσιο κι από το γυαλί κοιτάγανε το κακό που ερχόταν.

Ο Μηνάς έκανε τον σταυρό του και μουρμούρισε ……”Θεέ μου φύλαγέ μας από αβαρία”. Το μουτσάκι πάνω στη γέφυρα έφαγε στη μάσκα την πρώτη θάλασσα. Έξη μέτρα σουέλ, αέρας “δέκα” δύναμη, και βροχή. Αλλά τα είχε καταφέρει, το βαπόρι το είχε πια “τραβέρσο”.Μια τροπική καταιγίδα ήταν κι αυτή……αλλά αυτή είχε θυμό… Στο μυαλό του γυρνούσαν τα λόγια του Κυριαζή…

 

-Όταν το “Σπύρος Κ” είναι στο τραβέρσο*(πάνω στον καιρό), κι΄έχει καλουμαρισμένα σύρματα πίσω του, και τραβάει τράτα, δεν φοβάται κανένα καιρό. Ξεβρακώνει τάνκερς. Αλλά να είναι πάντα η Παναγιά στην πλώρη σου και βέβαια να ’χεις καλή βάρδια στη μηχανή.

 

Ο Καπτάν-Κυριαζής κάτω στην τραπεζαρία έπινε τον καφέ του όρθιος, μ’ ανοιχτά τα πόδια και την ράχη του στον μπουλμέ* (χώρισμα).Απ’ το παράθυρο έβλεπε την τράτα του πίσω, τις μπαστέκες που τρίζανε, και την κουβέρτα που σκάζανε τόνοι θάλασσα. Άφηνε ακόμα, το μουτσάκι πάνω στη γέφυρα μόνο του. Έπινε τον καφέ του αργά.

 

-Άστονε να φάει θάλασσα…..μουρμούρισε.

 

Το βαπόρι βογάριζε* (αρμένιζε δύσκολα, επικίνδυνα) πάνω στον καιρό, σαν άγριο άλογο. Σαν να ήθελε να νικήσει τον Θεό. Η πλώρη του βούταγε στη θάλασσα, η γέφυρα χανόταν κάτω απ’ το νερό. Άδειαζε η θάλασσα από τα μπούνια, κι ερχόταν η άλλη. Η προπέλα ξενέριζε, έχανε τα νερά της, και τα ξανάπιανε. Ο αέρας σφύριζε πάνω στα σύρματα που τραβούσε, μα ο Καπτάν-Κυριαζής έπινε τον καφέ του, αργά.

Βογάριζε, γιατί ο καπετάνιος είχε εμπιστοσύνη το βαπόρι του, και το βαπόρι τον καπετάνιο του. Σαράντα μίλια πίσω του τον ακολουθούσε καλαρισμένο* (ψαρεύοντας), το “Σάντα-Μαρία”, ένα Σπανιόλικο αλιευτικό, απ΄την Μάλαγα. Έλληνας ο καπετάνιος του, ο Καπτάν-Φώτης, ήταν φίλος του τριάντα χρόνια. Μήνες τώρα τραβούσανε καλάδες, μπάντα-μπάντα, στα τροπικά.

Αρμενίζανε μαζί, “παρέα σαν τα καλαμάρια”. Ντρεπότανε να του πει ότι έπρεπε να φύγει. Το χέρι του έπιανε το ραδιοτηλέφωνο να πει “αντίο”, και πάλι το μετάνιωνε. Ήταν ο φίλος του, ήταν η οικογένεια του. Τριάντα χρόνια οι δυο γερόλυκοι, είχαν τόσα να θυμηθούν. Ψαριές, πέλαγα, αβαρίες, μεθύσια, λιμάνια, πουτάνες. Νεαρά παλικαράκια, ήτανε ναύτες κάτω στην κουβέρτα. Φερμάρανε στα μάσκουλα* (βίντσια) σύρματα και σχοινιά, πλέκανε γάσσες, παγώνανε ψάρια, πλένανε την κουβέρτα με το εππάριο.

Τώρα πια, όλα αυτά τα χρόνια, ήτανε καπετανέοι πάνω στη γέφυρα, ιδιοκτήτες με δικά τους βαπόρια, αλλά γέροι πια και κουρασμένοι. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιές αλλάζανε ευχές στα πέλαγα. Ανάβανε φωτοβολίδες, τις σκάζανε στον ουρανό για να γιορτάσουν. Βάζανε φωτιά τον Ατλαντικό. Στιγμές αφόρητες, δύσκολες, πικρές. Παραμονή Πρωτοχρονιάς στη κάψα του ωκεανού. Αναμνήσεις, που δεν θέλω να θυμάμαι, και δεν θέλω να τις γράψω σ’ αυτό το χαρτί.

 

-Χρόνια Πολλά Καπετάνιε. Καλή Χρονιά, σου ‘φερα να φας.

-Πέταξέ τα στους γλάρους, δεν θέλω τίποτα. Μη με κοιτάς….άκουσες πέταξέ τα.

 

Όλα αυτά, πέρασαν απ’ το μυαλό του σε μια προπελιά*. (μια στροφή) Τα μάτια του βούρκωσαν. Βγήκε στον αέρα, για να στεγνώσουν. Ο Ράφατ, ο αράπης που έκανε βάρδια στο τιμόνι, ντράπηκε, έκανε πως δεν τον είδε. Έκανε πως κοίταζε τον μπούσουλα. Ο Καπτάν Κυριαζής, χωρίς να το θέλει, γύρναγε τα μάτια του κάθε τόσο στην Τραμουντάνα*(στον βοριά), μπας και ξεχωρίσει στην άχνα του ορίζοντα, την σκιά του “Σάντα Μαρία”. Μα ο φίλος του ο Καπτάν-Φώτης ήταν σαράντα μίλια μακριά. Ήταν πολύ κοντά, και πολύ μακριά. Έπιασε το μικρόφωνο. Η ανάσα του, σαν να έβγαινε απ΄τον πάτο της θάλασσας.

Mε την ανάποδη του χεριού του, σκούπισε τα μάτια του, η φωνή του βγήκε βραχνή. -Σάντα-Μαρία, Σάντα-Μαρία, είμαι το Σπύρος Κ, με ακούτε; -Έλα Σπύρος Κ…… το Σάντα-Μαρία, σ’ ακούω καθαρά, καλησπέρα Καπτάν-Κυριαζή. Οι δυό γερόλυκοι μίλησαν στο ραδιοτηλέφωνο. Είπαν, ότι είχαν κι οι δυο την ίδια επιθυμία , να ανταμώσουν πάλι στο επόμενο μπάρκο. Να κάνουν γύρα πάλι μαζί τα μπαρ της αραπιάς, να μπλέξουν σε καυγάδες, να κλάψουν, να γελάσουν, να πιούνε να μεθύσουν, να βρουν τον πάτο. Θα είχαν όμως άλλο μπάρκο, η αυτό ήταν το τελευταίο. Πάντα όταν χωρίζανε και βγαίνανε στο πέλαγος, ο Καπτάν Φώτης του έδινε τη ίδια ευχή.

– “Καπετάνιε ο θεός μαζί σου”.

Τώρα περίμενε πάλι να ακούσει την ίδια ευχή.

“Ο Θεός μαζί σου”.

 

Την φιλία τους ήταν μια σφιχτή ματισιά*(το ένωμα δύο σχοινιών, που δεν λύνεται ποτέ) που την είχε πλέξει η αλμύρα του Ωκεανού. Οι δυο καπετανέοι, τα είπανε στο τηλέφωνο. Γύρισαν όμως τα μάτια τους αλλού, για να μη τους δουν οι ναύτες που κλαίγανε. Κλαίγανε γιατί ανταμώνανε όλα αυτά τα χρόνια μόνο στην Αφρική, ο Καπτάν-Φώτης ζούσε στην Ισπανία στη Μάλαγα, και το Πόρτο-Χέλι ήταν μακριά. -Κυριαζή, τι θα γίνει…πως θα ανταμώνουμε όταν γεράσουμε και ξεμπαρκάρουμε; -Θα ανταμώνουμε Καπτάν-Φώτη, θα ανταμώνουμε.

Θα ‘ρχεσαι στο Πόρτο-Χέλι. Θα σου ‘χω δωμάτιο κι απ΄το παράθυρο θα βλέπεις το πέλαγος, και τους γλάρους που βουτάνε και τρώνε αθερίνα. Με το βαρκάκι μου την “Αργυρώ” θα καλέρνουμε τον μπαντερμά* (δίχτυ) και θα στιγκάρουμε σαμπανιά* (θα πιάνουμε αφρόψαρα). Ντοματοσαλάτα με λάδι απ΄τις ελιές μου, και ρετσίνα απ΄το Κορωπί. Εσύ θα καπτανεύεις την “Αργυρώ”, κι εγώ θα είμαι πλήρωμα. Μ΄ άκουσες Καπτάν-Φώτη ;

-Έλα Καπτάν-Κυριαζή, σε άκουσα, σε άκουσα καλά…..σαμπανιά στο τηγάνι και ρετσίνα απ΄το Κορωπί. Πρώτα ο Θεός. Ναι, ναι, θα καπετανεύω την “Αργυρώ”. Τέτοια μου λες και με κάνεις και δακρύζω. Δεν θα σου λέω όμως την πρώτη “καλημέρα” πριν σκάσει ο ήλιος το πρωί στον Λεβάντε. Πως θα ζήσω Κυριαζή στη στεριά…. ούτε να περπατάω ξέρω…ούτε σώβρακα να αγοράσω ξέρω….

Ο Καπτάν-Κυριαζής, εδώ στο “δύο” πλάτος, καλάριζε κι’ έβγαζε ψάρια, ψάρια καλά πάνω στην κουβέρτα, δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ αυτή η βαρκάδα. Τραβούσε την τράτα του πάνω στην τραγάνα* (σκληρός βυθός), και την περνούσε ξυστά στα ρέζικα* (ξέρες και κοράλλια). -Θα περάσω την τράτα μου μέσα απ’ το καφενείο τους , θα τους πάρω μαζί με τα τραπέζια και τις καρέκλες…..έλεγε. Έβγαζε σφυρίδες, βλάχους, φαγκριά, αστακούς, σαμπιέρους, καλαμάρια ένα μέτρο. Πώς να φύγει.

Ένιωσε το συναίσθημα που νιώθουν όλοι οι ψαράδες. Λυπούνται όταν γυρνάνε στο λιμάνι, και χαίρονται όταν φεύγουν στο πέλαγος, που θα έπρεπε να είναι ανάποδα….

 

 

 

Πέλαγα & Πεσκάδες: Ο Δράκος

Στα καφενεία ακούς πολλά. Αύγουστος του 1956. Ο Καπτάν-Παναγής ψαροκαπετάνιος, από τα παλιά σκαριά, ψημένος από την αλμύρα της θάλασσας, Λύκο τον φωνάζανε, ερχόταν ένα βράδυ από την Λήμνο στην Αλεξανδρούπολη με το Μοτόρι*(Ξύλινο σκάφος επαγγελματικό). Αρμένιζε λοιπόν με μια παλιοπυξίδα που τα ‘λεγε δεν τα ’λεγε, και βέβαια χωρίς ρολόγι , χάρτες και κουμπάσο * (διαβήτης που μετράει αποστάσεις στον χάρτη).

Κουρασμένος ο Καπτάν-Παναγής κι ο ναύτης του ο Βαγγελάκης, ένα πιτσιρίκι από την Απολλωνιάδα, (που έχει καλό μαγαζί τώρα) , ερχότανε από τις Μέθενες. Δεν ήξερε ο Καπτάν-Παναγής από την κούραση και το ξενύχτι, πότε φύγανε, πόσο αρμενίζανε και που βρισκότανε. Αρμένιζε μέσα στο σκοτάδι, έβαλε πορεία Τραμουντάνα* (Βοράς η βόρειος άνεμος) στο μπούσουλα * (ναυτική πυξίδα), την καβίλια* (λαβή) του τιμονιού στην θελιά, η Παναγιά στην πλώρη, κι άστο να πάει μέχρι να ξημερώσει.

Μισοκοιμότανε λοιπόν και αρμένιζε ο ΚαπτάνΠαναγής στην τιμονιέρα, κουκουλωμένος με την νιτσεράδα* του.(ναυτικό αδιάβροχο ρούχο) Που και που τον ξύπναγε κανένας πουσκερμές* (η ψιχάλα από το χτύπημα της βάρκας στο κύμα) και σήκωνε το κεφάλι να δει στην πλώρη του. Ο ναύτης ο Βαγγελάκης κούρνιαζε στο ταμπούκιο* (μπαλαούρο ή στρίτσο, ανάλογα με το σκάφος, διαμέρισμα στο εμπρός μέρος στην πλώρη), και στα κρυφά κοιμότανε.

Στα κρυφά, γιατί ο Καπτάν-Παναγής τον είχε στην πλώρη κολαούζο* (ναύτης που κάθεται στό μπροστά μέρος του σκάφους, παρατηρητής της πλεύσης) να προσέχει την πορεία. Μα αυτός πια απ’ την κούραση ροχάλιζε. Αρμένιζε ο Καπτάν-Παναγής και σκεπτότανε την άψαρη βαρκάδα στις Μέθενες, που δεν τους άφησε ο αέρας να δουλέψουν, και ούτε τα πετρέλαια βγήκανε. Και μονολογούσε.

-Πρέπει να πουλήσω το χωραφάκι της Φωτεινής, να κάνω ένα μεγαλύτερο καΐκι.

Να μουντέρνει* (έχει δύναμη το σκάφος πάνω στον αέρα) σε όλους τους καιρούς.

Αυτό είναι μικρό.

Ο γέρος μου καλά μου ‘λεγε….

 

– Μικρή βάρκα παίνευε μεγάλη καβαλίκευε.

Δεν θάχανα τα σκυλοπαράγαδα απ’ το θαλασσίδι αν είχα πιο μαγκιώρο* (μεγάλο) καΐκι…

 

Αυτά, κι άλλα πολλά σκεπτότανε ο ΚαπτάνΠαναγής, κι έκανε όνειρα, πως θα δουλέψει καλύτερα τα πέλαγα, πώς να ‘χει καλύτερες πεσκάδες*. (πολλά και καλά ψάρια).Κι αρμένιζε μέσα στο σκοτάδι. Κι αρμένιζε. Παρέα του μόνο ένας Γλάρος όλη την νύχτα γυρόφερνε το καΐκι, πάνω από το κεφάλι του, η πίσω στα απόνερα, στην προπελιά του, ψόφιος από την πείνα, κι΄αυτός. Ήταν πατωμένα τα ψάρια, και είχε τρείς μέρες να φάει.

Έκανε γύρες από πάνω του, μπας και του πετάξει κανένα ξεροκόμματο, να το μουντάρει. Ο Καπτάν-Παναγής για να μη χάσει την παρέα του, του πέταγε κάπου-κάπου μια κόρα ψωμί. Ο Γλάρος την τσάκωνε στον αέρα, και για να τον ευχαριστήσει, πετούσε πάνω από την πλώρη του, σαν να ήθελε να του δείχνει την πορεία του, μέσα στο σκοτάδι.

Είχε όμως κι άλλους λόγους που ήθελε το Γλάρο κοντά του. Όσο ο Γλάρος πέταγε πάνω απ’ το καΐκι, ο καιρός θα πήγαινε καλά, αν την κοπάναγε, ο καιρός μάλλον θα τα μπέρδευε. Και ήθελε την παρέα του και για άλλο σοβαρό λόγο. Κάπου κάπου, ο Γλάρος ξεκουραζότανε στον σταυρό του άλμπουρου. Όπως καθότανε λοιπόν, ήξερε ο Καπτάν-Παναγής, ότι από εκεί που είχε γυρισμένη τη γκάγκα* του (το ράμφος), από εκεί θα ‘ρθει ο αέρας. Δηλαδή έπαιρνε δελτίο καιρού. Βέβαια για όλες αυτές τις πληροφορίες, ο γλάρος του ‘φαγε μισή φρατζόλα.

Δεν είναι εύκολο όμως μεσοπέλαγα, μέσα στη νύχτα να βρεις τόσο καλή και χρήσιμη παρέα. Και βέβαια για να του φεύγει η νύστα, κάπου- κάπου του μίλαγε.

 

-Τι έγινε ρε φιλαράκι;

Σ΄άφησε η Γλαρίνα και γυρνάς στα πέλαγα μόνος σου;

Κι ο γλάρος χτυπούσε με τη γκάγκα του τη μπαστέκα*, (τροχαλία, ράουλο) σα να παραδεχότανε το πάθημά του.

 

Δύσκολο το επάγγελμα του Ψαρά. Το δυσκολότερο ίσως. Ψάχνεις το μεροκάματο στον πάτο της Θάλασσας. Κρύα, φουρτούνες, κίνδυνοι κάθε στιγμή. Πιο πολλές μέρες στο πέλαγος, παρά στο σπίτι σου. Κι όταν πουλάς τα ψάρια στον έμπορα, σου λέει ότι είναι Μαλάτσα * (έχει πολλά ψάρια η αγορά, και είναι φθηνά και τα λεφτά είναι λίγα). Πίκρα και απογοήτευση. Οι ψαράδες στα καφενεία λένε:

 

-Την μπουνάτσα την δουλεύεις, την φουρτούνα την γλεντάς.

Έτσι λοιπόν στη μπουνάτσα δουλειά, όσες μέρες κρατήσει. Καλάδα στην καλάδα. Στη φουρτούνα, ούζα και κονιάκ, μέχρι πτώσεως στα καφενεία. Μπουνάτσα τώρα, πίτα η Θάλασσα, το σκοτάδι πηχτό, και ο Καπτάν-Παναγής ξανακοιμήθηκε στο τιμόνι, και σαν να ‘βλεπε και κάτι ταραγμένα όνειρα, θολά σαν το πούσι* (ομίχλη) στο πέλαγος.

Και ξαφνικά γκάπ …. χτύπησε το καΐκι, και κάθισε στα ρηχά. Έσβησε και η μηχανή. Την είχε κοπανήσει κι ο γλάρος. Πετάχτηκε ο Παναγής απ΄τον ύπνο, πετάχτηκε και ο Βαγγελάκης απ’ το ταμπούκιο. Τα ‘βαλε ο Παναγής με τον μικρό, άρχισε να βλαστημάει και να ουρλιάζει. -Τράβα ρε τσογλάνι στην πλώρη να δεις που κάτσαμε το καΐκι. Για ασφάλεια της πορείας, τον είχε οπτήρα στην πλώρη, αλλά κοιμότανε και οι δυο. Σαλτάρει ο μικρός στην πλώρη. Γυρνάει έντρομος με σηκωμένη την τρίχα και γουρλωμένα μάτια, τρέχει στην αγκαλιά του Καπτάν-Παναγή.

 

– Καπετάνιε στην πλώρη μας από πάνω είναι ένας Δράκος, παρά λίγο να μ’ αρπάξει.

– Δράκος ε; Τώρα θα δεις.

 

Του σκάει ένα χαστούκι, τον πατάει και μια κλωτσιά , και πάει αυτός στην πλώρη να δει και να καθαρίσει. Μα είδε τον Δράκο κι αυτός. Με τρία βήματα σαλτάρισε έντρομος, τσακώνει το ναυτάκι από το ρούχο, και τρυπώνουν στο κουβούσι* (διαμέρισμα της μηχανής). Αγκαλιασμένοι με σαγόνια που τρέμανε, περιμένανε ή να τους φάει ο Δράκος, ή να ξημερώσει ο Θεός την μέρα, μπας και γλυτώσουν.

Κι όσο κρύωνε η μηχανή, τόσο χτυπούσαν τα σαγόνια τους. Το ξημέρωμα δεν ερχότανε, κι ο Δράκος όλο και κούναγε το καΐκι, για να τους βγάλει απ τον κρυψώνα τους. Κι’ αυτοί ούτε που ανέπνεαν. Σκεπτότανε όλη τη νύχτα, πως άφησε τον εαυτό του να κοιμηθεί στο τιμόνι. -Δεν ξανακοιμάμαι άλλη φορά στο τιμόνι. Πού μας πήγε άραγε το καΐκι, που αρμένιζε μόνο του.

 

Βρε λες στην φωλιά του Δράκου;

Έχει ακόμα Δράκους στα πέλαγα ; Ίσως.

Μα τον είδαμε, τον είδαμε κι οι δυο με τα μάτια μας.

 

Το ναυτάκι τον κράταγε απ’ το ρούχο, έτρεμε και τον ρώταγε χαμηλόφωνα.

 

-Καπετάνιε, τι θα γίνει με τον Δράκο; Μας μποτζάρει* (κουνάει) το καΐκι.

-Σκάσε και μη μιλάς. Θα δούμε, θα δούμε σαν ξημερώσει.

 

Μέχρι πια έσκασε ο Ήλιος. Ανοίγει σιγά το καπάκι, βγάζει το κεφάλι του απ’ το ταμπούκιο να δει την πλώρη του. Το ναυτάκι τον τραβούσε ακόμα από το ρούχο, κι έτρεμε.

 

-Καπετάνιε ……μη. Καπετάνιε……μη.

 

Μα ο Καπτάν-Παναγής επιτέλους είδε, είδε την πλώρη του. Έχει κάτσει το καΐκι στην αμμουδιά κάτω από την κατασκήνωση του Πάτερ Ανδρέα, στην Μάκρη, κι από τον γκρεμό κρεμότανε …… πάνω από την πλώρη τους μια συκιά. Που συκιά, που δράκος. Όμως η κούραση στο πέλαγος είναι ο χειρότερος εχθρός του μυαλού. Βλέπεις με το κουρασμένο μυαλό, και όχι με τα μάτια. Ο Καπτάν-Παναγής το ξέρει.

Η Ψαροσύνη όμως θέλει ατέλειωτες ώρες στο πέλαγος, για να μπει το μεροκάματο στ’ αμπάρι, απ’ τον πάτο της Θάλασσας.

Χώρια οι φουρτούνες και τα κρύα, χώρια οι αέρηδες με θυμό… χώρια οι Δράκοι και τα Φαντάσματα της θάλασσας.

Και τα ψάρια στους πάγκους της αγοράς σου λένε ακριβά.

 

 

 

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑