Ο Μάγος της Βροχής…. Ενα παραμύθι αυτοπραγμάτωσης

Ο Μάγος της Βροχής… Ένα παραμύθι που μιλά για αυτοπραγμάτωση…

Μια φορά και έναν καιρό , στον τόπο του «παντού» και στον χρόνο του «άλλοτε», ζούσε και μεγάλωνε ένα όμορφο , μικρό , ξανθό αγοράκι , που είχε μάτια πράσινα σαν το βρεμένο χόρτο , μαλλιά κίτρινα σαν το στάχυ και καρδούλα μαλακή και ζεστή σαν τη νοτισμένη άμμο του καλοκαιριού. Ετούτος ο μικρός επισκέπτης ερχόταν στη γη από πολύ μακριά … Με μοναδικό εφόδιο τη δίψα του για ζωή και δυο μικροσκοπικά πατουσάκια ερχόταν αποφασισμένος να κατακτήσει τον κόσμο.

Το διαστημόπλοιό του – ένα τόσο δα μικρό σωματάκι – έκανε ταξίδι εννέα μηνών και ευτυχώς που στα παραμύθια η πλοήγηση γίνεται με την ψυχή και δεν χρειάζονται καύσιμα άλλα, εκτός από τη φλόγα μιας ταξιδιάρικης ύπαρξης , γιατί ο ταξιδιώτης μας ήταν πολύ μικρός για να τον απασχολούν τόσο ασήμαντα  ζητήματα … Έπρεπε να ανταμώσει το Όνειρο , έπρεπε να γνωρίσει τη Ζωή  και θα ήταν κρίμα να σκοντάψει σε τέτοιες πεζές δυσκολίες! Έτσι λοιπόν , με «αρετή και τόλμη» και μια χούφτα τσαμπουκά,  μια Πέμπτη ξημερώματα , πάτησε στη γη και ξεκίνησε το οδοιπορικό του στη γη των θνητών .

Εκείνη την εποχή ,όμως, οι άνθρωποι ήταν πολύ πονεμένοι … Είχε χρόνια να βρέξει στον τόπο τους και ο πλανήτης έμοιαζε άνυδρο τοπίο …Δίχως πνοή χαράς και με έναν αμείλικτο και τυραννικό ήλιο πορεύονταν χρόνια τώρα και  μεθυσμένοι από την λύπη τους δεν μιλούσαν μεταξύ τους , δεν ερωτεύονταν , δεν συμπονούσαν . Το μόνο που κράτησαν από την αλλοτινή τους φύση ήταν που συγκεντρώνονταν κατά διαστήματα σε χώρους κλειστούς και ανήλιαγους και έκαναν – τυπικά μόνο – την τελετή της βροχής . Έπεφταν στα γόνατα , χτυπούσαν το στήθος τους με θόρυβο , οι γυναίκες – στέρφες από καιρό – έλυναν τα μαλλιά τους και οι άντρες-  αμίλητοι από χρόνια –  χόρευαν γύρω τους  μουγκρίζοντας και -υποσυνείδητα – καλώντας το ανεξήγητο να τους εξηγήσει γιατί τους επισκέφθηκε ο πόνος και η φθορά…

Τα χρόνια περνούσαν και το μικρό αγόρι καθώς μεγάλωνε ανακάλυπτε με τον καιρό πως ήταν ένας μάγος με τα όλα του! Κάποτε – μια μέρα με συννεφιά –  τρέχοντας με φόρα στη  σκάλα φώναξε δυνατά : «Μαμά, έλα να δεις! Έφερα τον ήλιο στους ανθρώπους! Είχε κρυφτεί πεισματικά μέσα σε ένα σύννεφο , αλλά εγώ τον βρήκα και στον προσφέρω!». Μια άλλη φορά πάλι , ο άνεμος λυσσομανούσε και το φως είχε χαθεί από τα σπίτια των ανθρώπων … Και τότε ο μικρός μας μάγος  δεν έμεινε άπρακτος : Σήκωσε τα χέρια του ψηλά , σε στάση προσευχής , ψέλλισε τα μαγικά του λόγια και αμέσως το δωμάτιο και ο κόσμος όλος πλημμύρισε από φως μεσημεριού !

Να μη ξεχάσω να σας πω πως ,όταν διάβαινε ο μάγος μας,  τα λουλούδια γυρνούσαν προς το πρόσωπό του και οι πόρτες άνοιγαν μόνες τους στο πέρασμά του . Μουσικές ξεχύνονταν στους δρόμους σαν περπατούσε παρέα με τις κοπελιές … Είχε μεγαλώσει πια και ήξερε πως η μαγεία του μπορούσε να κάνει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα . Ήταν σοφό αγόρι και ποτέ δεν τα έβαλε με τη Δικαιοδοσία στη Ζωή και τον Θάνατο . Ήξερε καλά μέσα του πως άλλο η μαγεία και άλλο ο Θεός . Και έτσι πορευόταν λαμπερός και ακέραιος.

Μια μέρα βρέθηκε στην τελετή των ανθρώπων – εκείνη για τη βροχή – και πόνεσε τόσο με τον πόνο τους και έκλαψε τόσο με τη στέγνια τους  και θύμωσε τόσο με τη ναρκωμένη μέθη τους που αποφάσισε να μη χάσει ούτε ένα δάκρυ του! Έκλαιγε  μέρες πολλές και όλα τα δάκρυα του τα φύλαξε στο πίσω μέρος της ψυχής του  , στο κρυφό του τσεπάκι , για τις δύσκολες άνυδρες μέρες. Στα μάτια των ανθρώπων διάβαζε πια την αγωνία μιας απόγνωσης και το χαμό της αθωότητας και για πρώτη φορά φοβήθηκε για την μαγεία του . Ήξερε καλά μέσα του πως αν έχανε την αθωότητά του θα χανόταν αυτόματα και η δύναμη της μαγείας του … Και αμήχανος – για πρώτη φορά στη ζωή του – κάλεσε τους φίλους του τα δέντρα να τον συμβουλεύσουν. Πρώτη έφτασε η βελανιδιά , η ιέρεια της σοφίας και της εγκαρτέρησης , και του είπε ότι διψά για ουρανό .

Λίγο μετά του παρουσιάστηκε η ελιά και του μήνυσε πως πεθαίνει για λίγη βροχή στα σκονισμένα και πικρά φύλλα της. Τέλος, τον τίμησε με την παρουσία του και ο πλάτανος. Μιλήσανε ώρες , χρόνια , μαζί , και μόλις «ο αιωνόβιος» τελείωσε τον λόγο του , του είπε πως ο γήινος χρόνος της μαγείας του τελειώνει . Στο τέλος του προσέφερε τις γεμάτες νερό ρίζες του και έτσι αποκαμωμένος από την φθορά του χρόνου αποκοιμήθηκε για πάντα  δίπλα στα πόδια του μικρού του φίλου με την ευχή να δωρίσει το νερό του – την αλήθεια του – στη μάνα γη και στους ανθρώπους . Το σύμπαν – που είναι πάντα παρόν σε τέτοιες μεταφυσικές στιγμές – του έστειλε τη μουσική του για να δαμάζει τα πάθη των ανθρώπων και τον προίκισε με το χάρισμα της <αρμονίας > και της <πνοής >. Του έστειλε  ακόμα  και  όλους τους ανέμους ως  σύνευνους  και εμπροσθοφυλακή των πόθων του .

Ο Εριβάν – έτσι ονομαζόταν το αγόρι μας – επέστρεψε στους ανθρώπους θριαμβευτής! Τους βρήκε να κοιμούνται στο λιγοστό χόρτο που είχε απομείνει στην πλάση, έναν ύπνο δίχως όνειρα , δίχως ελπίδα … Και εκεί , στην  ανάσα της αποκοίμισης τους , στο αδειανό πηγάδι  της αλήθειας τους,  τους έφερε τη Βροχή ! «Μάνα γη», είπε , «και εσύ πατέρα Ουρανέ , σας καλώ!  Εγώ , ο μάγος της Βροχής και ο γητευτής των πάντων , Εγώ , το παιδί του σύμπαντος,  σας Εκλιπαρώ , σας  Προστάζω να φανερωθείτε στα μάτια των Ανθρώπων, να ξεδιψάσετε την δίψα τους, να ξεπλύνετε τις κίβδηλες αλήθειες τους και να  ποτίσετε, να θρέψετε, τους πόθους και τα όνειρα τούτου του  κόσμου» .

Τα σύννεφα αντάμωσαν ηλεκτρισμένα . Οι ουρανοί σκίστηκαν στα δυο . Η γη αντάριασε και αναδεύτηκε και οι αστραπές σήμαναν την έλευση της βροχής ! Τα σώματα και οι ψυχές των θνητών  ξεπλύθηκαν , αναβαπτίστηκαν , «ανακαινουργιώθηκαν» !  Για άλλη μια φορά οι άνθρωποι και η πλάση ξεκινούσαν μια νέα πορεία που είχε  ως «δια μαγείας»  εντυπωθεί στα χνάρια του Μάγου Της Βροχής .

Κανείς Μας δεν τον ξαναείδε από Τότε και ούτε οι Άνθρωποι θυμούνται  ότι  υπήρξε πια!

 

Διαβάστε περισσότερα άρθρα από την Χάρις για την αυτοπραγμάτωση και όχι μόνο εδώ: Carpe Diem!

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑