Που πάνε οι αγκαλιές όταν χάνονται;

Που πάνε οι αγκαλιές όταν χάνονται;

 

Που παν’ αλήθεια οι αγκαλιές άμα χαθούν;

Αν άλλη αγκαλιά δεν βρουν;

Περιπλανώνται άραγε μονάχες;

Λες να πηγαίνουν στα βουνά, ή μήπως παν΄ στ’ αστέρια;

Φοβούνται να ‘ναι μοναχές; Μαζεύουνε τα χέρια;

Κάθονται κάπου όλες μαζί, λεν’ τα προβλήματα τους;

Και περιμένουν ποιόν και τι;

Πώς νιώθουν στην καρδιά τους;

 

Εχθές συνάντησα μια φίλη μου στο δρόμο και χάρηκα πολύ. Αυθόρμητα το σώμα μου πήγε προς τα εμπρός, μα σταμάτησε απότομα. Ένας φόβος ντυμένος τροχονόμος, σφύριξε δυνατά και σταμάτησε την κίνηση του σώματός μου.

Σώπασα. Έκανα πίσω. Μάζεψα τα χέρια μου πριν φτάσουν ν’ απλωθούν και την αγγίξουν. Η αγκαλιά όμως πρόλαβε κι έφυγε από μένα. Την είδα να προχωρά ευθεία στο πεζοδρόμιο. Ταράχτηκα. Είπα να της φωνάξω να γυρίσει πίσω, μα σκέφτηκα ότι η φίλη μου θα έλεγε πως παλάβωσα και δεν θα είχε και άδικο. «Θα την προλάβω» σκέφτηκα. «Δεν μπορεί, θα την βρω».

Γρήγορα και αμήχανα αποχαιρετιστήκαμε και προχώρησα ευθεία να βρω την αγκαλιά. Δεν την έβλεπα και ανησυχούσα. Άνοιξα λίγο περισσότερο το βήμα μου. Κοιτούσα προς όλες τις κατευθύνσεις, σε όλα τα στενά που προσπερνούσα. Μέχρι και στις εισόδους των σπιτιών έριχνα μια ματιά, μήπως την δω. Σκεφτόμουν ότι χάθηκε και ότι δεν θα ήξερε πώς να γυρίσει να με βρει.

Πέρασε αρκετή ώρα και ήμουν στεναχωρημένη. Περπατούσα πιο αργά τώρα και το βλέμμα μου δεν εστίαζε πουθενά συγκεκριμένα. Αποφάσισα να γυρίσω σπίτι, με μια κρυφή προσδοκία ότι ίσως να είχε γυρίσει κι εκείνη εκεί. Που και που βέβαια, μιλούσα στον εαυτό μου και έλεγα ότι όλο αυτό, μάλλον το φαντάστηκα.

Ξαφνικά, με την άκρη του ματιού μου, είδα μια άλλη αγκαλιά να προχωρά λίγο πιο μπροστά. Έμοιαζε να είναι ενός νεαρού που είχα συναντήσει νωρίτερα. Ταράχτηκα και πάλι, όμως αποφάσισα να την ακολουθήσω. Ίσως έτσι να έβρισκα και την δική μου.

Προχωρούσα προσπαθώντας να μην με καταλάβει, γιατί δεν ήθελα να νιώσει άσχημα και να κρυφτεί. Μετά, είδα άλλες δυο χαμένες αγκαλιές να πλησιάζουν  και τότε αναρωτήθηκα αν ήμουν η μόνη που τις έβλεπε, ή αν όλο αυτό το φανταζόμουν.

αγκαλιές

Πόσο παράξενο!

Οι αγκαλιές βάδιζαν χωρίς να μιλούν μεταξύ τους, έμοιαζε όμως να ξέρουν πού πηγαίνουν. Μόνο κάποιες θλιμμένες ματιές αντάλλαζαν που και που.

Λίγο αργότερα φτάσαμε σ’ ένα πάρκο. Οι αγκαλιές μπήκαν μέσα κι εγώ στάθηκα απέναντι να κοιτώ. Έμεινα έκπληκτη όταν κατάλαβα ότι το μέρος εκείνο ήταν γεμάτο από χαμένες αγκαλιές.

Μιλούσαν μεταξύ τους, γελούσαν, περπατούσαν πλάι πλάι, έπαιζαν στην παιδική χαρά, άλλες φλέρταραν και άλλες πείραζαν η μία την άλλη, έσφυζαν από ζωή! Κανένας τροχονόμος του φόβου δεν κυκλοφορούσε ανάμεσά τους, τίποτα δεν θύμιζε την συνθήκη απ’ την οποία είχαν φτάσει εκεί.

Στεκόμουν ακίνητη για πολλή ώρα. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Λύπης, νοσταλγίας, αλλά και χαράς. Έκλαιγα γιατί μου έλειπαν οι αγκαλιές, αλλά και από χαρά που τις έβλεπα όλες μαζί εκεί, να υπάρχουν.

Όταν κουράστηκα πια να κλαίω, σκούπισα τα μάγουλα μου και ξεκίνησα να γυρίσω σπίτι. Σε μια τελευταία ματιά που έριξα, μου φάνηκε πως είδα την δική μου χαμένη αγκαλιά να με κοιτά και μ’ ένα γλυκό χαμόγελο να λέει «σε περιμένω».

Χαμογέλασα κι εγώ και έφυγα ψιθυρίζοντας, «θα έρθω. Σύντομα».

Περισσότερες ιστορίες απο την Χρυσούλα Ζερβού εδώ!

 

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑