Η μητέρα της…

Αφιερωμένο στη μητέρα μου και στις μητέρες του κόσμου που αγωνίζονται καθημερινά υπό αντίξοες συνθήκες για την επιβίωση και το αύριο των παιδιών τους.

της Αγγελικής Μπούλιαρη

«Τι είναι αυτός, τι κάνει;» ρώτησε η Ιλάειρα, κι έδειξε έναν άντρα με στολή στη μέση της λεωφόρου να σφυρίζει τη σφυρίχτρα του και να κουνάει δεξιά-αριστερά, πάνω-κάτω, τα χέρια του. Πρώτη φορά σε μεγαλούπολη, κοίταζε με περιέργεια από το παράθυρο κι έκανε ερωτήσεις όλη την ώρα. Η Σίλβια απαντούσε μηχανικά και απρόθυμα, στο μυαλό της συνωστίζονταν σκέψεις απαιτητικές για τα τωρινά και τα μελλούμενα. «Ο τροχονόμος είναι», απάντησε, «κανονίζει πότε να σταματούν και πότε να προχωρούν τα αυτοκίνητα. Έχουν χαλάσει τα φανάρια».

Αφού κατέβηκαν από το λεωφορείο, δεν είχαν περπατήσει παρά μόνο λίγα μέτρα, όταν η Ιλάειρα είδε τους ζητιάνους με τα ζαρωμένα πρόσωπα, τα κουρελιασμένα ρούχα και τα απλωμένα σκελετωμένα χέρια. Κοκάλωσε, κόλλησε το βλέμμα της επάνω τους και πιο πολύ στα λειψά ή πληγιασμένα χέρια, πόδια, μάτια. Το προσωπάκι της πήρε μια έκφραση πόνου.

«Τι κάνουν;» ρώτησε.

«Ζητιανεύουν».

«Γιατί»;

«Δεν έχουν να φάνε».

«Δώσε κάτι, μαμά, σε παρακαλώ!»

«Δεν έχουμε», είπε και την τράβηξε από το χέρι να προχωρήσει.

«Μα, αφού εμείς έχουμε να φάμε. Φάγαμε», είπε και στύλωσε τα πόδια στο πεζοδρόμιο, κάρφωσε τα βουρκωμένα μάτια της στα δικά της.

Δεν άντεξε το βλέμμα της μικρής και με βαριά καρδιά έψαξε στην τσέπη της, βρήκε ένα ελάχιστο κέρμα και το έβαλε σιωπηλά σε μια απλωμένη παλάμη. «Εντάξει τώρα; Δεν υπάρχουν χρήματα για άλλους ζητιάνους, το καταλαβαίνεις; Και πρέπει να βιαστούμε. Aν χάσουμε το τελευταίο βραδινό στο γυρισμό, χαθήκαμε! Σταμάτα να χαζεύεις και  περπάτα πιο γρήγορα!»

Ακούς εκεί, είχαν να φάνε! Σκεφτόταν στην αρχή με θυμό, απελπισία, αυτοσαρκασμό, κι έπειτα κουνούσε ασυναίσθητα το κεφάλι. Αυτό καταλάβαινε το παιδί, αυτό έλεγε, και καλύτερα έτσι, να μην το πικραίνει η αλήθεια. Από το ξημέρωμα σηκωνόταν η ίδια, να ετοιμαστεί. Είχε αγοράσει μια μεγάλη ροδέλα σύρμα για τις κατσαρόλες και το χώριζε σε μικρά κομμάτια για να το πουλήσει για λίγες δεκάρες. Κι ύστερα ορμούσε στο κυνήγι της μέρας, γυρνώντας στους δρόμους, στις λαϊκές γειτονιές, παρακαλώντας τους περαστικούς και πιο πολύ τις γυναίκες που φαίνονταν να έχουν κάπως τη βολή τους, να αγοράσουν λίγο σύρμα, να λυπηθούν αν όχι εκείνη, τουλάχιστον το μικρό παιδί που είχε να θρέψει. Άλλοι την προσπέρναγαν με αδιαφορία, άλλοι την έδιωχναν με καχυποψία, άλλοι της πρότειναν ειρωνικά να εκμεταλλευτεί τα νιάτα της για να βγάλει λεφτά, κάποιοι την έβριζαν και της έλεγαν να γυρίσει στον τόπο της. Σε τι διέφερε και η ίδια από τους ζητιάνους που μόλις είχαν προσπεράσει; Σε τίποτα σπουδαίο. Μια ζητιάνα από ανάγκη ήταν κι αυτή. Αργά το μεσημέρι, κατάκοπη από το τρέξιμο, μετρούσε τα πενιχρά έσοδα και υπολόγιζε πόσα μπορούσε να διαθέσει για το φαγητό της μέρας. Για σήμερα είχε αγοράσει ένα αυγό για τη μικρή κι ένα τέταρτο ψωμί. Τα χρήματα δεν έφταναν για περισσότερα. Ένα άλλο μικροποσό το έβαλε στην άκρη γιατί είχε ακόμα να πληρώσει το ενοίκιο για το άθλιο δωμάτιο όπου έμεναν -προσωρινά ήλπιζε, γιατί μπροστά του η παράγκα του κτηματία στον τόπο της ήταν παλάτι- συν το ηλεκτρικό ρεύμα και το νερό. Κάθισε στο τραπέζι για να κάνει παρέα στη μικρή που έτρωγε με λαχτάρα το τηγανητό αυγό, βουτώντας απανωτά μπουκιές ψωμιού στον κρόκο. Δεν περίσσεψε ψωμί. «Γιατί δεν τρως, μαμά;» «Δεν πεινάω». Δεν πεινούσε, είπε χαμογελαστή, και μάζευε με τρόπο τα ψίχουλα και τα έβαζε στο στόμα της να το ξεγελάσει απ’ την πείνα.

Τους πήρε κοντά μισή ώρα να φτάσουν στον προορισμό τους, αν και δεν ήταν μακριά, γιατί πόσο γρήγορα πια να περπατήσει ένα μικρό παιδί; Είχε πέσει το σούρουπο και τα φώτα άρχισαν να ανάβουν ένα-ένα στα σπίτια και σε κάποια μικρά καταστήματα. Η γειτονιά παρότι βρισκόταν κοντά στο κέντρο της πόλης, τόσο που ακουγόταν το βουητό από μηχανές και ανθρώπους, ήταν ήσυχη, με κίνηση λιγοστή στα στενά δρομάκια. Τα κτίρια ήταν χαμηλά και παλιά, με τη φθορά και τη φτώχεια ολοφάνερες στην όψη, κάποια μισογκρεμισμένα και ακατοίκητα, με τα μπαλκόνια να επικρέμονται απειλητικά πάνω από τα κεφάλια των περαστικών, λιοντάρια να βρυχώνται στα σκουριασμένα κάγκελα, και οι αετοί να εφορμούν αιμοδιψείς.

Έστριψαν σε μια εσοχή στο πεζοδρόμιο, άνοιξαν μια σιδερένια πόρτα και μπήκαν σε μια στενόμακρη αυλή, στο πίσω μέρος ενός παλιού δίπατου σπιτιού. Ένα μεγάλο δέντρο, ακλάδευτο, στη μέση της αυλής απλωνόταν άτακτα ολόγυρα, τα χαμηλότερα κλαδιά του σκούπιζαν το έδαφος. Ανάμεσα στις σποραδικές πέτρινες πλάκες φύτρωναν αγριόχορτα και αγκάθια, και τα πεσμένα φύλλα μαζί με σπασμένα κλαδιά και κάθε λογής σκουπίδια που είχε φέρει ο αέρας, είχαν σπρωχτεί κατά μήκος του τοίχου του διπλανού σπιτιού. Χρησιμοποιημένες σανίδες και καδρόνια, κάνα-δυο σακιά με τσιμέντο και άλλα υλικά από οικοδομές ήταν στοιβαγμένα στην απέναντι πλευρά κάτω από ένα παράθυρο κλειστό με ξεχαρβαλωμένο ξύλινο παντζούρι.

Η Σίλβια έπιασε τη μικρή Ιλάειρα από τους ώμους και την κόλλησε στον τοίχο κοντά στο παράθυρο. «Χτύπα το παράθυρο, αν έρθει κανείς, αν δεις ή ακούσεις κάτι. Και δεν κουνιέσαι από τη θέση σου, με περιμένεις εδώ! Κατάλαβες;» είπε σιγανά, πάτησε με προσοχή πάνω στο δεμάτι από τα καδρόνια και σκαρφάλωσε στο περβάζι του παράθυρου. Κατάφερε εύκολα να ανοίξει το κλεισμένο με μάνταλο παντζούρι, και το τζάμι ευτυχώς υποχώρησε αμέσως στο δυνατό σπρώξιμό της.  Πήδησε σβέλτα μέσα κι άρχισε να ψάχνει στην επιφάνεια και στα συρτάρια του γραφείου που βρισκόταν μπροστά από το παράθυρο, με τη βοήθεια ενός μικρού φακού. Σαν κλέφτρα. Ήταν κλέφτρα. Όχι, δεν ήταν κλέφτρα. Τα έγγραφα της ανήκαν, τα είχε πληρωμένα, τα είχε ανάγκη. Έφταιγε εκείνος που την είχε φέρει σ’ αυτή την απελπιστική θέση και ταλαιπωρούσε την ίδια και το μικρό παιδί της που όλη αυτή την ώρα απέξω θα αγωνιούσε μαζί της.

Έχωνε βιαστικά τα έγγραφα στην τσάντα της όταν ένας χαμηλός χτύπος στο παντζούρι από το χέρι της Ιλάειρας την προειδοποίησε να κάνει γρήγορα, ενώ αμέσως μετά βήματα ακούστηκαν στην πόρτα του σπιτιού και ο θόρυβος από το χαρχάλεμα κλειδιών μέχρι να βρεθεί το σωστό να μπει στην κλειδαριά. Πήδηξε έξω από το παράθυρο πάνω στα καδρόνια και έγειρε βιαστικά τα παντζούρια, λίγο πριν ανάψει ένα φως μέσα στο σπίτι. Άρπαξε την Ιλάειρα στην αγκαλιά της και σκυφτή, όσο πιο σιγανά μπορούσε, βγήκε έξω στο δρόμο. Εκεί άρχισαν να τρέχουν χωρίς σταματημό.

Αστραπές έσκιζαν τώρα τον ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους και δυνατές βροντές έκαναν τα τζάμια να τρίζουν. Η Ιλάειρα είχε λαχανιάσει. «Δεν μπορώ πιο γρήγορα, μαμά, γιατί τρέχουμε;» Η Σίλβια δεν απαντούσε, μονάχα την έσερνε και κάθε λίγο και λιγάκι έριχνε γρήγορες ματιές πίσω τους, με την ελπίδα να μη δει τον Ρίκο να έρχεται στο κατόπι τους. Κι άνοιξαν οι ουρανοί. Δεν είχαν ομπρέλα. Έβγαλε τη ζακέτα της και τύλιξε τη μικρή. Το νερό κυλούσε τώρα πάνω στο γυμνό δέρμα της και τη μούλιαζε.

«Τρέξε! Πρέπει να του ξεφύγουμε. Δεν πρέπει να μας πιάσει, να μάθει πού μένουμε».

«Ποιος; Γιατί;»

«Μη ρωτάς!»

Από την αρχή δεν της άρεσε η φάτσα του. Ο αλαζονικός τρόπος του, το αρπαχτικό βλέμμα του που την έκοβε από την κορφή ως τα νύχια, η απότομη συμπεριφορά του που ήθελε να φοβίσει και να εκβιάσει. Αμέσως τον κατάλαβε. Μ’ αυτόν θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα, σκέφτηκε, ο θεός να βάλει το χέρι του. Αποκλείεται  αυτός να είναι ο ‘καλός άνθρωπος’ που είχε πει η ξαδέρφη της ότι θα τη βοηθούσε με τα χαρτιά της και τις άδειες.

«Είσαι ο Κλαούντιο Πόντι;» τον είχε ρωτήσει θαρρετά.

«Τι τον θες;» έκανε αδιάφορα εκείνος και άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο.

«Με στέλνει μια κοινή φίλη για να με βοηθήσει με τα έγγραφα».

«Ο Πόντι βγήκε στη σύνταξη», είπε κι ένα ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. Φαινόταν να διασκεδάζει με την αμηχανία της. «Εγώ είμαι τώρα στη θέση του», συμπλήρωσε, και η Σίλβια είχε την εντύπωση ότι η φωνή του είχε έναν θριαμβευτικό τόνο καθώς τα έλεγε αυτά.

Οι φόβοι της δεν διαψεύστηκαν. Όσο εκείνη έκανε πως δεν καταλάβαινε τους υπαινιγμούς του για ‘τη χάρη που της έκανε’, τόσο εκείνος καθυστερούσε να της παραδώσει τα χαρτιά της. «Έλα σε λίγες μέρες, της έλεγε, και θα δούμε τι θα γίνει…» Την τελευταία φορά που εκείνη απαίτησε με πείσμα τα χαρτιά της -«έχεις πληρωθεί γι’ αυτά», του είπε- ο Ρίκο τής όρμησε στα ίσια μέσα στο υποτυπώδες γραφείο του, αυτή αντέδρασε σαν λυσσασμένη γάτα, τον γρατζούνισε με τα νύχια της και κατάφερε να ξεφύγει. Χωρίς τα χαρτιά, όμως. Έπρεπε να βρει άλλον τρόπο γι’ αυτά. Τον αποψινό.

Στην επιστροφή με το λεωφορείο, καθώς περνούσαν μπροστά από ένα βενζινάδικο, η Ιλάειρα πρόσεξε στο σήμα της εταιρείας ένα άσπρο άλογο με ανοιγμένα φτερά και ενθουσιάστηκε, ήθελε να μάθει τα πάντα γι’ αυτό. «Πήγασο το λένε, από ένα παραμύθι, δεν ξέρω τίποτα άλλο», απάντησε κάπως απότομα η Σίλβια, γιατί οι ερωτήσεις διέκοπταν τις σκέψεις της για τα σχέδια άμυνας που κατάστρωνε βουβά μες στο μυαλό της, και γιατί έτρεμε από το κρύο με το βρεγμένο φουστάνι που είχε κολλήσει πάνω της σαν δέρμα δεύτερο, και δεν έβλεπε την ώρα να φτάσουν στο δωμάτιό τους. Μετά απ’ αυτό το παιδί δεν ξαναρώτησε τίποτα άλλο. Όμως, σαν να ονειρευόταν με τα μάτια ανοιχτά, έμοιαζε μαγεμένο και μουρμούριζε τραγουδιστά, λες και νανουριζόταν, πόσο της άρεσε το λευκό άλογο με τα φτερά, θα ’θελε μια μέρα να το συναντήσει, να ανέβει πάνω του, και να φύγουν για μέρη μακρινά. Η Σίλβια κοίταξε την κόρη της με συμπόνια και τρυφερότητα.

«Αχ, ναι, κοριτσάκι μου», σκέφτηκε, «κι εγώ θα το ’θελα, να βρεθούμε μακριά, άγνωστες μεταξύ αγνώστων, να περπατάμε κάτω από τον ήλιο, χωρίς να φοβόμαστε, ούτε για το ποιες είμαστε, ούτε για το από πού ερχόμαστε, ούτε για το τι πιστεύουμε ή σκεφτόμαστε. Να μη μας κυνηγάνε απ’ όλες τις μεριές. Να μη μας τρομάζουν βήματα πίσω μας, κλαγγές όπλων, οι στολές, οι θόρυβοι της νύχτας, κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τη μαύρη ψυχή. Να μην μας φτάνει η μανία της Φύσης, και πιο πολύ ακόμα, να μη μπορεί να μας αγγίξει η ανθρώπινη μανία, το Κακό του ανθρώπου, που είναι χειρότερο κι απ’ των θεριών της Πλάσης. Ονειρεύομαι αυτά που υπήρχαν μέσα στα παλιά βιβλία και τα παραμύθια, έναν ήλιο ζεστό και φωτεινό, καταπράσινα δέντρα να σαλεύουν απαλά, να θροΐζουν τα φύλλα στα χάδια του αέρα. Ονειρεύομαι μιαν ήσυχη νύχτα γεμάτη άστρα κι έναν ύπνο βαθύ και γαλήνιο, μα πιο πολύ ονειρεύομαι ένα ξύπνημα ειρηνικό μιας συνηθισμένης μέρας, χωρίς δυσάρεστα, χωρίς αναπάντεχα. Ονειρεύομαι. Και αγωνίζομαι. Για μένα. Και πιο πολύ για σένα. Και ρισκάρω. Και όπου βγει…»

ΤΕΛΟΣ

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑