Ο Φλεβάρης και η αληθινή ιστορία της Μυγδαλιάς

Ξημερώνει Άνοιξη. Βγήκα έξω και απο το «κουκούλι» αχνοφαίνεται η σιωπή του χειμώνα. Αυτή η σιωπή που είναι όμοια με αυτή που αφήνουν τα ποδαράκια των πουλιών όταν πατούν στο στρωμένο χιόνι. Και είναι το χιόνι αυτό που σαν πάπλωμα στο σώμα της γης, θα αρχίσει να ξηλώνει ο γέρο Φλεβάρης, νιφάδα-νιφάδα το οποίο θα γίνει φλέβα – εξ ου και το όνομα του- και θα ποτίσει γη κι ανθρώπους, και ότι περισσέψει θα το στείλει στα πηγάδια της νιότης.

Τώρα κάθεται -τον βλέπω- πάνω στα αμπελοκούτσουρα κουρασμένος. Κρυφά τον περιμένει και ο αμπελουργός, κάθε πρωί, αφού φύγουν τα φεγγάρια που αυτή την εποχή είναι καθάρια και γυάλινα, να σηκωθεί, να σιμώσει κι αυτός με τη σειρά του και να κλαδέψει τις βέργες, να δώσει τόπο στο αθό να ξευλογιάσει, να ανοίξει τα φύλλα του. Και πασχίζοντας, να φέρει την άνοιξη.

Γιατί αν δε πασχίσεις, άνοιξη δεν υπάρχει. Ο Φλεβάρης όσο ήταν νέος, όλο προσδοκία, είχε τολμήσει να φέρει στη πλάση τη μονάκριβη θυγατέρα του τη μυγδαλιά. Μεροκαματιάρης ήταν μαθές ο οποίος ξόδεψε όλα του τα «κόπια» για να την ντύσει νύφη. Και τα κατάφερε! Την έντυσε με τα ωραιότερα φύλλα και χρώματα του κόσμου ολάκερου. Όμως γοργά περνά ο καιρός. Απέμεινε κουτσός και γέρος μαζεύοντας πατζάρια, πράσα και σέσκουλα πουλώντας τα στις λαϊκές του κόσμου.

Και σαν τον είδαν κουτσό και υπέργηρο, μαζεύτηκαν τα παιδιά και κάποιοι μεγαλύτεροι -που παραμένουν παιδιά- ξοπίσω του. Ντύθηκαν μασκαράδες, άρχισαν να παίζουν τις κουδούνες, ξεκίνησαν και τα πειράγματα, ακόμα και να βομωλοχούν στη πλάτη του με τα σκορδοραπανοκρέμμυδα που κρατούσαν στα ζεμπίλια τους. Και σαν κουραζόντουσαν κι αυτά, απίθωναν τους ταραμάδες, τα τουρσιά και τους χαλβάδες με τις λαγάνες και το κρασί χάμε στης γης.

Και σαν εξετέλευαν το φαγοπότι ξανάμπαιναν στο κέφι. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι ο Φλεβάρης είχε περάσει πολλά. Δύσκολη ζωή, δεν είδε ποτέ του καλό φαί, μαλακό ρούχο, ή τη ζεστασιά της γυναίκας αφότου έμεινε χήρος. Μόνη του παρηγοριά ήταν η κόρη του η Μυγδαλιά. Προς το βαθύ του γήρας, μια μέρα, ξαναγύρισε ο χειμώνας βαρύς και αμίλητος, έκανε τις μπόρες και τα κρύα του ξανά, έχασε η μυγδαλιά τη προίκα και το ωραίο της φόρεμα μέσα σε ένα βράδυ. Ανακλαημένη πήγε να βρει το πατέρα της, το γέρο και κουτσό Φλεβάρη, γιομάτη δάκρυα στα κλαδιά της.

Ο Φλεβάρης- γυάλιζε το πρόσωπο του σαν πέτρα που βρέχουνταν- σαν έκατσε και την άκουσε της είπε: Μην κλαίς. Σημασία κόρη μου μυγδαλιά, δεν έχει αν έχασες όλα τα φύλλα και τα χρώματα σου. Σημασία έχει να μην χαθείς εσύ οτι κι αν γίνει. Γιατί τα φύλλα και τα χρώματα ξαναγίνονται. Αν δε χαθείς εσύ, και πάλι θα ανθίσεις. Τα άκουσε η μυγδαλιά τα λόγια του πατέρα της, πλύθηναν τα δάκρυα στα κλαδιά της, έπεσαν χάμε στης γης, πότισε η ρίζα και ένα χρόνο μετά ξανά-άνθισε μονάχη της πλέον, γέμισε με τη σειρά της προσδοκία και συσπείρωση.

Τόση πολύ προσδοκία που κάθε χρόνο – τέτοια εποχή- ακόμα κι αν τα χάνει όλα, ξανά ανθίζει και ντύνεται και συσπείρωνει όλη την Άνοιξη δίπλα της. Κι ας ξέρει οτι θα τα ξαναχάσει. Τόσο το θάρρος της πολύ, που και τα αλλά δέντρα αμέσως μετά από αυτήν, αρχίζουν και αυτά να ανθίζουν. Κι ας ξέρουν πλέον και αυτά ότι θα τα ξαναχάσουν..

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑