Τέλος χρόνου;

Για θυμήσου. Ήμασταν μια χαρά. Γλεντούσαμε, ξοδεύαμε, κάναμε διακοπές σε εξωτικά μέρη, παίρναμε δάνεια, ικανοποιούσαμε τις όποιες επιθυμίες και ανάγκες μας. Ψωνίζαμε από πανάκριβα καταστήματα, αποκτήσαμε εντυπωσιακά σπίτια και το αυτοκίνητο των ονείρων μας.

Κάτι μας έτρωγε όμως. Ακόμα δεν ήμασταν χαρούμενοι.  Ήταν κι ο άλλος, βλέπεις, που είχε μεγαλύτερο σπίτι απο το δικό μας, σε καλύτερο σημείο. Που είχε πιο σημαντική θέση από τη δική μας .Που είχε τις γνωριμίες και εύκολα είχε ανέλθει στην εταιρία ενώ εμείς οφείλαμε να εργαζόμαστε πιο σκληρά. Που είχε πιο πετυχημένα παιδιά από τα δικά μας, που είχε κάνει ένα καλύτερο γάμο, που… που…

Κι ήταν και οι αξίες μας. Που μία μία τις είχαμε απαξιώσει και βάλει στην άκρη. Δεν ταίριαζαν, βρε αδερφέ, με το νέο μας lifestyle!

Κι ήταν τότε που έσκασε η κρίση. Παγκόσμια. Νοιώσαμε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μας! Αν οι μεγαλύτεροι οικονομολόγοι της Αμερικής δεν είχαν μπορέσει να την προβλέψουν και να την αντιμετωπίσουν, τι μας περίμενε; Ακολούθησαν τα Capital controls, χρηματοοικονομικοί περιορισμοί, ουρές στα ATM για να πάρουμε λίγα μετρητά. Εμείς, μαζί με τον όποιον άλλο στην ίδια ουρά; Για να πάρουμε το ίδιο ποσό χρημάτων;  Είναι δυνατόν;

Ήταν η πρώτη καμπάνα. Το πρώτο σήμα για να κατεβούμε από το συννεφάκι μας και να πατήσουμε και με τα δύο πόδια στη γη, στην πραγματικότητα. Η κρίση. Που είχε ξεκινήσει μαζί με την απαξίωση των αξιών μας, αλλά μόνο όταν έφτασε στην τσέπη μας την προσέξαμε.

Και είπαμε τότε, “δεν πειράζει, θα ζήσουμε και με λιγότερα”. Μαζευτήκαμε – με δυσκολία – σε ό,τι αφορούσε τα οικονομικά μας, περιορίσαμε τα έξοδα μας και μπήκαμε σε ένα άλλο σκεπτικό. Πιο μετρημένο και μέχρι εκεί που μπορούσαμε.

Υπήρξαν πολλοί όμως που καταστράφηκαν οικονομικά. Που δεν κατάφεραν να το μαζέψουν. Που ήταν τόσο μεγάλα τα ανοίγματα που είχαν δημιουργήσει που τους ρούφηξε η δύνη.

Οι άστεγοι και οι άποροι αυξήθηκαν.

Η ζωή μας προειδοποίησε. Μας έδειξε ότι η απληστία, η αλαζονία και το εγώ ήταν κακοί σύμβουλοι και πως αυτό που χρειαζόταν ήταν να επιστρέψουμε στη λογική και το μέτρο. Να χρησιμοποιούμε το χρήμα με σύνεση και σεβασμό και να επιστρέψουμε σε έννοιες όπως ομαδικότητα, συμπόνια, αμοιβαιότητα, αλληλο-υποστήριξη,  που δεν αγοράζονται, μόνο κατακτώνται με προσωπική απόφαση και ενδιαφέρον. Να επαναξιολογήσουμε τη ζωή μας και την πορεία μας.

Πέρασε ο καιρός, πέρασε και η σκληρή λιτότητα κι άρχισε πάλι να ανακάμπτουν και τα οικονομικά μας, ή έστω να ησυχάζουμε από την αγωνία και την ανασφάλεια.

Κι αρχίσαμε να ξεχνάμε πάλι. Το εγώ άρχισε πάλι να θεριεύει και να γίνεται ανεξέλεγκτο. Οι ανάγκες ατελείωτες και για να τις καλύψουμε φτάσαμε να εργαζόμαστε αμέτρητες  ώρες στις εργασίες μας. Φτάσαμε να τρέχουμε με ταχύτητες που κάνουν το χρόνο και  τη ζωή μας να εξαϋλώνεται, να γλυστρά μέσα από τα χέρια μας. Πού να βρεθεί χρόνος για ποιοτικές σχέσεις; Πού να βρεθεί χρόνος για να χαρούμε την οικογένεια μας, τα παιδιά μας, τους φίλους μας;

Σχεδόν μία εικοσαετία μετά την έναρξη της κρίσης και βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με μία  πανδημία.  Ανήκουστο! Είναι δυνατόν στην εποχή μας;

Απειλεί με τη σκιά της όλο τον πλανήτη, ενώ κάποια μαύρα σύννεφα έχουν σταθεί περισσότερο πάνω από κάποιες χώρες, όπου μπαίνει ακόμα και σε καραντίνα όλος ο πληθυσμός!  Το χωράει ο νους σου;  Στον αιώνα μας;

Κι η πανδημία στέλνει τον κόσμο στο σπίτι του. Διακόπτει απότομα τους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας και τους στέλνει στις οικογένειες τους. Νέα δεδομένα. Πώς να τα διαχειριστούν;

Πώς να μείνουν όλη την ημέρα με τους δικούς τους όταν μέχρι τώρα ζούσαν μαζί τους μόνο λίγες ώρες κι αυτές μεταξύ βραδυνού, τηλεόρασης, ένα βιαστικό ‘πώς πήγες σήμερα;’ –  τι θα φάμε αύριο και ύπνου; Και με τα παιδιά τι κάνουμε όλη την ημέρα; Ανοίγουμε τα μάτια διάπλατα και τα παρακολουθούμε να κάνουν το σπίτι άνω κάτω και παθαίνουμε σοκ.

Τι είναι τούτο πάλι; Πού πήγε ο ‘τακτοποιημένος’ τρόπος ζωής μας;

Από κει που ήμασταν επισκέπτες στα σπίτια μας, βρεθήκαμε να είμαστε full time ένοικοι, full time γονείς, full time σύντροφοι. Μα… δε τους ξέρουμε αυτούς τους ρόλους. Αυτοί οι άνθρωποι μας είναι εν μέρει ‘άγνωστοι’. Ως προσωπικότητες, ως ανάγκες, ως κοντινότητα. Κι ο χρόνος τώρα μοιάζει ατελείωτος.

Βλέπεις οι ουσιαστικά κοντινοί μας άνθρωποι μέχρι τώρα, ήταν οι συνάδελφοι μας. Μ’ εκείνους περνούσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μας. Τα δικά τους θέματα και προβλήματα γνωρίζουμε καλύτερα, με αυτούς μας ενδιέφερε να καλλιεργήσουμε σχέσεις, με αυτούς μοιραζόμασταν τις σκέψεις και τις ανησυχίες μας. Aπό εκείνους παίρναμε αξία και αναγνώριση.  Η οικογένεια μας ήταν δεδομένη. Το σπίτι μας είχε φτάσει να είναι ξενοδοχείο και ο χώρος του μόνο για ξεκούραση και ύπνο…

Αυτή τη φορά η ζωή  μας καλεί να έρθουμε στο κέντρο μας, στον πυρήνα μας. Στην οικογένεια να δούμε τον εαυτό μας. Μας καλεί να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες μας και να αναλογιστούμε πόσο γνωρίζουμε τους ανθρώπους που ζούμε μαζί τους. Πόσο ξέρουμε τις αγωνίες τους, τις έγνοιες τους, τα όνειρα τους, τις χαρές τους. Μας καλεί να ζήσουμε με ανθρώπινους ρυθμούς εργασίας και να αναλάβουμε το ρόλο μας ως γονείς. Να γνωρίσουμε τα παιδιά μας και να δημιουργήσουμε αναμνήσεις μαζί τους. Να έρθουμε πιο κοντά με τη/το σύντροφο μας και να χτίσουμε ξανά τη φωλιά μας.

Μας καλεί να προσέξουμε όχι μόνο το εμείς – να προστατευτούμε για να μην κολλήσουμε τον ιό , αλλά να προσέξουμε και τους άλλους, γιατί μπορεί εμείς οι ίδιοι να είμαστε φορείς και να μην το γνωρίζουμε και μέσα από εμάς να προκληθεί ένας θάνατος ενός άλλου ανθρώπου. Του ηλικιωμένου γονιού μας ή κάποιου άλλου.

Νέο δεδομένο στη ζωή μας. Το να νοιαστούμε τον άλλο, την κοινωνία, να προστατέψουμε τους γνωστούς ή άγνωστους άλλους, στη γειτονιά μας ή στην άλλη άκρη του κόσμου.

Μαθαίνουμε πώς οι δικές μας ενέργειες έχουν αντίκτυπο σε τόσο μεγάλη ακτίνα γύρω από μας.

Η ζωή μας στέλνει προκλήσεις για να πάρουμε τα μαθήματα και τη γνώση. Κι όσο δε μαθαίνουμε και δεν αλλάζουμε, τα μαθήματα γίνονται όλο και πιο σκληρά ώστε να μας αφυπνήσουν.

Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε άλλα περιθώρια από το να βρούμε το νόημα και το σκοπό της ζωής μας και πάνω εκεί να χτίσουμε ένα νέο οικοδόμημα, με νέα δεδομένα και στόχους, για το καλό όλων μας. Για το ‘εμείς’ που τόσο χρειαζόμαστε και ως άτομα και ως κοινωνίες. Ένα ‘εμείς’  που ξεκινά  από το χώρο του σπιτιού μας  και απλώνεται και επηρεάζει όλο τον πλανήτη.

Θα τα καταφέρουμε. Θα μάθουμε. Θα προχωρήσουμε. Αν αγαπηθούμε και αγαπήσουμε ουσιαστικά. Εμάς τους ίδιους, τους δικούς μας ανθρώπους και τους άλλους. Το σπίτι μας και τον πλανήτη ολόκληρο. Μας το ζητά η πραγματικότητα, μας το ζητά η γή που βεβηλώσαμε, μας το ζητά το Σύμπαν. Τώρα!

Περισσότερα άρθρα της Έλενα Μεταξά Καλοφώνου, μπορείτε να βρείτε εδώ:

 

 

 

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑