Καλλιόπη Εμμανουηλίδου: Αδειάζοντας την κουζίνα της γιαγιάς μου…

της Καλλιόπης Εμμανουηλίδου

Αδειάζοντας την κουζίνα της γιαγιάς μου.

«Όταν θα φύγω…», έλεγε η γιαγιά και, όταν της έλεγα πειράζοντάς την «πού έχεις να πας καλέ, ταξιδάκι;» μου ανταπέδιδε το πείραγμα «έχω να κάνω ένα ταξίδι μεγάλο» και μετά συνεχίζαμε την πλακίτσα λέγοντας ότι θα πάει ταξίδι στην Κίνα κτλ, κτλ. , για να αλλάξουμε μετά θέμα.

Έφυγε λοιπόν, στα 97 της, πριν από έναν χρόνο, ολοκληρώνοντας μια πορεία ζωής γεμάτης με δυσκολίες, ορφάνιες, προσφυγιές, πολέμους, βιοπάλη, εργατιά, ανέχεια, αλλά και αξιοπρέπεια, προκοπή, κουράγιο, πείσμα, νοικοκυροσύνη και μεράκι. Δεν πήγε φυσικά στην Κίνα, αλλά…όπου νομίζει ο καθένας ότι συμβαίνει το μεταθανάτιο ταξίδι. Δε θα σας μιλήσω για αυτά τα υπαρξιακά όμως.

Θα σας μιλήσω για την κουζίνα της.

Μια τζαμένια πόρτα είχε η κουζίνα αυτή. Όταν έμπαινα με τα κλειδιά μου στο παλιό θεσσαλονικιώτικο διαμέρισμα, την έβλεπα κλειστή (για λόγους θέρμανσης) και φωτισμένη. Και πίσω από το φωτισμένο τζάμι με τα σχηματάκια, η φιγούρα της γιαγιάς σαν ιμπρεσιονιστικό βιτρώ. Θα περίμενε με το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι πάντα και το παράπονο του «άργησες» έτοιμο κάτω από τη γλώσσα να ξεστομιστεί. Καμιά φορά και παίρνοντας έναν καθιστό υπνάκο που ποτέ δε θα παραδεχόταν μετά. Λόγω βαρηκοΐας της, πάντα πλησιάζοντας στην κουζίνα αναβόσβηνα συνθηματικά το φως του διαδρόμου, για να μην την τρομάξω μπαίνοντας απότομα στην κουζίνα.

Και σε αυτήν την κουζίνα έμπαινα εγώ και αργότερα εγώ και η κόρη μου, για να επισκεφτούμε τη γιαγιά. Μετά μπορεί να μεταφερόμασταν στο σαλόνι για να πιούμε τον ελληνικό καφέ μας, αλλά η συνάντηση πάντα ξεκινούσε στην κουζίνα. Και η κουβέντα θα άρχιζε με ένα «έφτιαξα», συνήθως θα συνεχιζόταν με ένα «δε μου πέτυχε» και μετά θα ακολουθούσε ένα επίμονο «φάε».

Το δωμάτιο της κουζίνας απλό, σχεδόν φτωχικό, με σκασμένους τοίχους από την υγρασία της παλιάς πολυκατοικίας. Η μπαλκονόπορτα έβλεπε σε έναν φωταγωγό που μας κορόιδευε με το όνομά του, καθώς ήταν το πιο σκοτεινό μέρος που μπορούσε ποτέ να βλέπει ένα μπαλκόνι. Όμως η μπαλκονόπορτα είχε κουρτίνα με χειροποίητη δαντέλα. Όπως και ένα ακόμα παραθυράκι. Όπως και το ραφάκι στο οποίο ήταν στερεωμένο το φουρνάκι μικροκυμάτων. Όπως και κάτω από την πετρογκάζ. Όπως και μέσα στα ντουλάπια, σε κάθε μα κάθε ράφι. Δαντέλες παντού, με έναν όμως τρόπο αρχοντικό και καλόγουστο. Δαντέλες- μάρτυρες της νοικοκυροσύνης και της καλαισθησίας μιας κατά τα άλλα απλής κουζίνας.

Το ίδιο το δωμάτιο όμως μετουσιωνόταν χάρη σε κάτι άλλο φυσικά: στο φαγητό. Στην πετρογκάζ συνήθως μια ήσυχη μέτρια φλογίτσα σιγόβραζε ένα φαγάκι σε εμαγιέ χιλιοχρησιμοποιημένη κατσαρόλα. Ο φούρνος συνήθως ήταν αναμμένος και έψηνε μια πίτα. Στον νεροχύτη μούλιαζε ένα ταψί ως υπονοούμενο για να το πλύνω εγώ. Και σε ένα δισκάκι (που είχε δαντέλα μόνο όταν θα έρχονταν και «επίσημοι») σερβιρισμένα τα φλιτζανάκια του ελληνικού καφέ, έτοιμα να δεχτούν τον καφέ- μερικές φορές από την ανυπομονησία της είχε ήδη βάλει νερό, ζάχαρη και καφέ στο μπρίκι.

Ο λόγος που γράφω για την κουζίνα της γιαγιάς είναι γιατί αυτές τις μέρες άρχισα να την αδειάζω, όπως και το υπόλοιπο σπίτι της. Άλλες ιστορίες θα γραφτούν στο μέλλον ανάμεσα στους τοίχους αυτού του σπιτιού. Όμως αυτή η κουζίνα της κυρ- Αρίστης έγραψε πολλά κεφάλαια στην προσωπική μου ιστορία.

Στην κουζίνα αυτή δε διδάχτηκα απλώς μαγειρική. Η γιαγιά φορούσε ποδιά, σήκωνε τα μανίκια και βουτούσε τα χέρια της στα ζυμάρια, γεμάτη δημιουργική ορμή, γεμάτη ζωή. Τώρα πλέον έχω καταλάβει ότι η γιαγιά μου δεν έφτασε τα 97 μόνο επειδή ήταν συνεπής με τα φάρμακά της ή επειδή έφτιαχνε το 1/3 της τυρόπιτας για την ίδια, σαν προσωπική της πτέρυγα, με ξαρμυρισμένη φέτα, για να μην ανεβάσει πίεση. Ένας ακόμα λόγος ήταν η δημιουργικότητά της, που την κρατούσε σε ζωή, την έκανε να βάζει στόχους, να φαντάζεται, και μετά να εκτελεί, να φτιάχνει, για να καμαρώσει μετά το φαγητό όχι στο πιάτο αλλά στο στόμα μας, όπως καμάρωνε τις δαντέλες της. Ναι, μου δίδαξε και πολλές γνώσεις, μου έδωσε συμβουλές και μου έδειξε τεχνικές. Ήμουν βοηθός μάγειρα από πολύ μικρή ηλικία και ρουφούσα ό,τι μαγειρική εμπειρία έβγαινε από αυτήν την γυναίκα. Όμως περισσότερο το πάθος για ζωή έμαθα εκεί μέσα. «Δεν το βάζω κάτω», είπε όταν στα ογδοντακάτι της αγόρασε ένα φουρνάκι μικροκυμάτων, έχοντας κάποιο άγχος για όποιον την κακοχαρακτηρίσει που στα γεράματα αγόραζε κάτι καινούριο.

Αυτή τη στιγμή που πληκτρολογώ αυτές τις λέξεις, η κουζίνα αυτή είναι μισοάδεια και ανάστατη και περιμένει να τακτοποιηθεί. Κατσαρολικά παντού, ντουλάπια άδεια, ηλεκτρικές συσκευές έτοιμες για αμπαλάρισμα, το καντήλι ξεκρέμαστο (όχι ότι εναπόθετε ιδιαίτερα την πίστη της εκεί, πιο πολύ για λόγους ίματζ το είχε). Τι σημαίνει το άδειασμα αυτό; Τέλος της ζωής; Καλύτερα το περιγράφει το κλείσιμο ενός κύκλου. Μια ζωή ολοκληρώθηκε, ευτυχώς όχι πρόωρα, αφήνοντας αποτυπώματα στην καρδιά μας όπως οι δαχτυλιές που κάναμε στα ζυμάρια που πλάθαμε, όπως τα σημάδια του πιρουνιού με τα οποία πατούσαμε και κλείναμε τα τυροπιτάκια ή τα μαντιά. Μια ζωή που μας νοστίμισε με τα άπειρα λικέρ μανταρίνι και τα βάζα με το «ρεντιστό» (στον τρίφτη) γλυκό κυδώνι.

Το άδειασμα αυτό (δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι τέτοιο) είναι παράξενο, θεραπευτικό, γλυκόπικρο και τόσο μα τόσο συμβολικό. Κλείνει ένα σπίτι και ένα κεφάλαιο, κλείνει ένας κύκλος πένθους, κλείνει ένα σύνολο από εικόνες, μυρωδιές, ήχους, βιώματα, σε ένα κουτάκι αναμνήσεων πια. Μια ζωή, ένα σπίτι, ένα δωμάτιο, μετατρέπεται σε άυλες μνήμες.

«Και έγινε η απώλεια συνήθειά μας»…αυτές τις μέρες διαρκώς αυτόν τον στίχο έχω καρφωμένο στο μυαλό μου. Το κενό δυσαναπλήρωτο, η θλίψη αρχίζει μετά από έναν χρόνο και μετατρέπεται σε μια γλυκόπικρη αίσθηση νοσταλγίας, ο πόνος αμβλύνθηκε πια και μένει μόνο η αγάπη. Αγάπη, σαν μια κολοκυθόπιτα γλυκιά, σαν βαρβάρα (=ασουρές) που κοχλάζει στην κατσαρόλα, σαν την πιο αριστοτεχνική χορτόπιτα. Το νόμισμα της αγάπης σε αυτήν την κουζίνα είχε γεύση, άρωμα και υφή απαράμιλλα. Και νιώθω πλημμυρισμένη από τύχη που ήμουν αποδέκτης της αγάπης αυτής.

Βιογραφικό :

Η Καλλιόπη Εμμανουηλίδου είναι ψυχολόγος με μεταπτυχιακά στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία, τη Συμβουλευτική στην Εκπαίδευση και την Εκπαιδευτική Έρευνα και με διδακτορικό με θέμα τη νοημοσύνη, τη χαρισματικότητα και το ταλέντο. Είναι επίσης κάτοχος διπλώματος γενικής συμβουλευτικής και συμβουλευτικής διαταραχών πρόσληψης τροφής. Έχει διδάξει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και σήμερα εργάζεται ως ψυχολόγος, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμορφώτρια στη Θεσσαλονίκη. Τα βιβλία της (Ψυχολογία της διατροφής, Γυρίζω σελίδα στο άγχος, Γυρίζω σελίδα στη χαμηλή αυτοεκτίμηση, Γυρίζω σελίδα στη διατροφή μου, Το ξωτικό που ήθελε να ψηλώσει, Ξαναστέκομαι στα πόδια μου) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Θα θέλαμε την άποψη σου για το θέμα!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Powered by WordPress.com.

Up ↑